289 αποτελέσματα για «石»
石炭火力 せきたんかりょく
ουσιαστικό, άλλο
- 01 θερμοηλεκτρικός σταθμός καύσης γαιανθράκων
石人 せきじん
ουσιαστικό
- 01 πέτρινο ομοίωμα ανθρώπου
石油ショック せきゆショック
ουσιαστικό
- 01 πετρελαϊκή κρίση (κυρίως η πετρελαϊκή κρίση του ΟΠΕΚ το 1973), πετρελαϊκό σοκ
石竹 せきちく
ουσιαστικό
- 01 σεκίτσου (είδος λουλουδιού, Dianthus chinensis)
石部金吉 いしべきんきち
ουσιαστικό
- 01 άνθρωπος αδιάφθορου χαρακτήρα
石粉 いしこ
ουσιαστικό
- 01 πετρόσκονη, σκόνη αστρίου, ασβεστοκονίαμα
石獣 せきじゅう
ουσιαστικό
- 01 πέτρινο ομοίωμα ζώου, πέτρινα αγάλματα ζώων
石包丁 いしぼうちょう
ουσιαστικό
- 01 λίθινο μαχαίρι θερισμού, πέτρινο μαχαίρι
石蓋 いしぶた
ουσιαστικό
- 01 λίθινο κάλυμμα σε κιβωτιόσχημο τάφο, ταφικός θάλαμος ντολμέν
石合戦 いしがっせん
ουσιαστικό
- 01 πετροπόλεμος
石灰水 せっかいすい
ουσιαστικό
- 01 ασβεστόνερο
石切り いしきり
ουσιαστικό
- 01 εξόρυξη πέτρας, λατόμος
- 02 λιθοτομία, λιθοδομή, λιθοξόος, πελεκητής πέτρας
石炭火力発電所 せきたんかりょくはつでんしょ
ουσιαστικό
- 01 ατμοηλεκτρικός σταθμός με καύση άνθρακα
石鳥居 いしどりい
ουσιαστικό
- 01 πέτρινη πύλη τορίι
石塁 せきるい
ουσιαστικό
- 01 πέτρινο οχυρό
石打 いしうち
ουσιαστικό
- 01 λιθοβολισμός
- 02 πετροπόλεμος, μάχη με πέτρες
- 03 έθιμο κατά το οποίο γείτονες ή φίλοι πετούσαν πέτρες μέσα στο σπίτι ενός ζευγαριού τη νύχτα του γάμου τους
石材店 せきざいてん
ουσιαστικό
- 01 λιθοξόος, μαρμαράς
石抱き いしだき
ουσιαστικό
- 01 ισιντάκι, μορφή βασανιστηρίου της περιόδου Έντο κατά την οποία το θύμα γονατίζει πάνω σε τριγωνικές σφήνες και τοποθετούνται πλάκες από πέτρα πάνω στα γόνατά του
石油危機 せきゆきき
ουσιαστικό
- 01 πετρελαϊκή κρίση
石瓦 いしがわら
ουσιαστικό
- 01 κεραμίδι από σχιστόλιθο για στέγη