119 αποτελέσματα για «破»

破産を申請する はさんをしんせいする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κηρύσσω πτώχευση
破壊加算 はかいかさん

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφική πρόσθεση
破壊的読み取り はかいてきよみとり

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφική ανάγνωση
破壊読み出し はかいよみだし

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφική ανάγνωση
破壊読取り はかいよみとり

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφική ανάγνωση
破損クラスタ はそんクラスタ

ουσιαστικό

  1. 01 κατεστραμμένος τομέας, κατεστραμμένη συστάδα δεδομένων
破骨細胞 はこつさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 οστεοκλάστης
破風板 はふいた

ουσιαστικό

  1. 01 μετωπίδα στέγης, αντιανεμική σανίδα αετώματος, σανίδα αετώματος
破壊靭性 はかいじんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντοχή στη θραύση
破折 はせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κάταγμα (δοντιού)
破窓 はそう

ουσιαστικό

  1. 01 σπασμένο παράθυρο
破過 はか

ουσιαστικό

  1. 01 διαπερατότητα (ενός μολυσματικού παράγοντα μέσα από ένα φίλτρο αναπνευστήρα κ.λπ.)
破壊活動 はかいかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 ανατρεπτική δράση, δολιοφθορά
破面 はめん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια θραύσης, θραύση
破壊力学 はかいりきがく

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανική θραύσης
破傷風血清 はしょうふうけっせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιτετανικός ορός
破錠 はじょう

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφή κλειδαριάς
破壊衝動 はかいしょうどう

ουσιαστικό

  1. 01 παρορμητική τάση για καταστροφή
  1. 01 σκίζω
  2. 02 σκίζω
  3. 03 σκίζω
  4. 04 σπάω
  5. 05 καταστρέφω
  6. 06 νικώ
  7. 07 απογοητεύω, ματαιώνω