283 αποτελέσματα για «社»

社会化 しゃかいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινωνικοποίηση
社会民主党 しゃかいみんしゅとう

ουσιαστικό

  1. 01 Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα
社主 しゃしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτης εταιρείας, επικεφαλής εταιρείας
社交界の花 しゃこうかいのはな

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 η βασίλισσα της κοσμικής ζωής, το πρόσωπο που συγκεντρώνει τον θαυμασμό στην υψηλή κοινωνία
社団法人 しゃだんほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 νομικό πρόσωπο, εταιρική οντότητα, επιχείρηση
社会形態 しゃかいけいたい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική μορφή
社会的関係 しゃかいてきかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική σχέση, κοινωνικό πλαίσιο
社員同士 しゃいんどうし

ουσιαστικό

  1. 01 συνάδελφοι στην ίδια εταιρεία, οι υπάλληλοι μεταξύ τους
社交家 しゃこうか

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικός άνθρωπος
社是 しゃぜ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρική πολιτική
社内外 しゃないがい

άλλο

  1. 01 εντός και εκτός εταιρείας
社会基盤 しゃかいきばん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική υποδομή
社則 しゃそく

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρικοί κανονισμοί
社会事情 しゃかいじじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικές συνθήκες, κοινωνική κατάσταση
社債 しゃさい

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρικό ομόλογο, εταιρικό χρεόγραφο
社会倫理 しゃかいりんり

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική ηθική
社会部記者 しゃかいぶきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ρεπόρτερ τοπικών ειδήσεων, αστυνομικός συντάκτης, ρεπόρτερ του κοινωνικού ρεπορτάζ
社会環境 しゃかいかんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικό περιβάλλον, κοινωνικές συνθήκες
社葬 しゃそう

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρική κηδεία
社員教育 しゃいんきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση υπαλλήλων, επιμόρφωση προσωπικού