108 αποτελέσματα για «秘»

秘匿性 ひとくせい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπιστευτικότητα, μυστικότητα
秘口 ひこう

ουσιαστικό

  1. 01 κόλπος, αιδοίο
秘唇 ひしん

ουσιαστικό

  1. 01 αιδοιological χείλη, αιδοίο, κρυμμένα χείλη
秘肉 ひにく

ουσιαστικό

  1. 01 αιδοίο, γυναικείο γεννητικό όργανο
秘す ひす

ρήμα

  1. 01 κρατώ μυστικό, αποκρύπτω
秘書協会 ひしょきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ορκωτό ινστιτούτο γραμματέων
秘府略 ひふりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 Χιφουριάκου (ιαπωνική πρωτοεγκυκλοπαίδεια)
  1. 01 μυστικό
  2. 02 κρύβω