112 αποτελέσματα για «移»
移住労働者 いじゅうろうどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 μετανάστης εργάτης, ξένος εργαζόμενος
移相 いそう
ουσιαστικό
- 01 μετατόπιση φάσης
移住先 いじゅうさき
ουσιαστικό
- 01 προορισμός μετανάστευσης, τόπος εγκατάστασης, τόπος στον οποίο έχει μετακομίσει κάποιος
移動交番 いどうこうばん
ουσιαστικό
- 01 κινητό αστυνομικό τμήμα, κινητό αστυνομικό κουβούκλιο
移動式 いどうしき
ουσιαστικό
- 01 κινητός, φορητός, μετακινούμενος
移動式クレーン いどうしきクレーン
ουσιαστικό
- 01 κινητός γερανός
移動通信事業者 いどうつうしんじぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 πάροχος κινητής τηλεφωνίας, MNO
移動撮影 いどうさつえい
ουσιαστικό
- 01 κινητή λήψη, λήψη εν κινήσει, λήψη παρακολούθησης, λήψη δράσης
移染 いせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετανάστευση χρωστικής, μεταφορά χρωστικής, ξεθώριασμα χρώματος
- 02 απορρόφηση (μιας χημικής ουσίας από μια άλλη)
移籍ウィンドウ いせきウィンドウ
ουσιαστικό
- 01 μεταγραφική περίοδος (στο ποδόσφαιρο)
移り紙 うつりがみ
ουσιαστικό
- 01 ουτσουριγκάμι, ειδικό χαρτί που προσφέρεται σε ανταπόδοση ως δείγμα ευγνωμοσύνης για κάποιο δώρο
移
- 01 μετατοπίζω, μετακινώ
- 02 κινούμαι, μετακινώ
- 03 αλλάζω, μεταβάλλω
- 04 παρασύρομαι
- 05 κολλάω (κρυολόγημα), αρπάζω (φωτιά)
- 06 περνώ σε, μεταβαίνω σε