417 αποτελέσματα για «空»
空白期間 くうはくきかん
ουσιαστικό
- 01 περίοδος κενού, χρονικό διάστημα αναμονής, μεσοβασιλεία
空き室 あきしつ
ουσιαστικό
- 01 κενό δωμάτιο, διαθεσιμότητα δωματίου, ακατοίκητο δωμάτιο, άδειο δωμάτιο
空手家 からてか
ουσιαστικό
- 01 ασκούμενος στο καράτε, καρατέκα
空返事 そらへんじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφηρημένη απάντηση
空中機動 くうちゅうきどう
ουσιαστικό
- 01 αερομεταφερόμενος
空手形 からてがた
ουσιαστικό
- 01 ακάλυπτη επιταγή, ανυπόστατο γραμμάτιο
- 02 κενή υπόσχεση, λόγια του αέρα
空撮 くうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αεροφωτογράφηση
空音 そらね
ουσιαστικό
- 01 ψεύτικη κραυγή (ζώου), ψέμα
空自 くうじ
ουσιαστικό
- 01 Αεροπορική Δύναμη Αυτοάμυνας, ASDF
空中ブランコ くうちゅうブランコ
ουσιαστικό
- 01 αιώρα, ιπτάμενη αιώρα
空言 そらごと
ουσιαστικό
- 01 ψεύδος, ψέμα
空中散歩 くうちゅうさんぽ
ουσιαστικό
- 01 αέρινος περίπατος (π.χ. χαλαρή βόλτα με ελικόπτερο ή αεροπλάνο)
空木 うつぎ
ουσιαστικό
- 01 ουτσούγκι (Deutzia crenata)
空漠 くうばく
άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αχανής, απέραντος
- 02 αόριστος, ασαφής
空売り からうり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανοιχτή πώληση
空想家 くうそうか
ουσιαστικό
- 01 ονειροπόλος, ονειροφαντασμένος, οραματιστής
空威張り からいばり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μπλόφα, καυχησιολογία, ψευτοπαλικαρισμός
空腹時 くうふくじ
ουσιαστικό
- 01 νηστεία, κατάσταση νηστείας
空馬 からうま
ουσιαστικό
- 01 άλογο χωρίς φορτίο
空飛ぶ円盤 そらとぶえんばん
ουσιαστικό
- 01 ιπτάμενος δίσκος