138 αποτελέσματα για «素»

素魚 しろうお

ουσιαστικό

  1. 01 σιρούο (είδος μικρού ψαριού, Leucopsarion petersii)
素書き すがき

ουσιαστικό

  1. 01 ασκίαστο σκίτσο, γραμμικό σχέδιο, πρόχειρο προσχέδιο
素形材産業 そけいざいさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανία σιδηρουργίας και χυτηρίων

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό μετάξι
  2. 02 πρωταρχικός, βασικός
  3. 03 αρχή, θεμελιώδης ουσία
素行が修まらない そこうがおさまらない

επίθετο

  1. 01 διεφθαρμένος, αχαλίνωτος, που διαβιεί άκοσμα
素出力条件 そしゅつりょくじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκες ακατέργαστης εξόδου
素性構造 そせいこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτηριστική δομή
素人筋 しろうとすじ

ουσιαστικό

  1. 01 ευρύ κοινό, μη ειδικοί
素首落とし そくびおとし

ουσιαστικό

  1. 01 αποκεφαλισμός, πτώση κεφαλής
素元 そげん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο στοιχείο
素声 しらごえ

ουσιαστικό

  1. 01 τσιριχτή φωνή
  2. 02 ακαπέλα μέρος της απαγγελίας του Χέικε Μονογκατάρι
  3. 03 μέρος ποιήματος χωρίς συνοδεία οργάνων (στο Νο)
素札 すふだ

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστο χαρτί (στο καρούτα), κάρτα χωρίς αξία
  2. 02 κάρτα που αξίζει μόνο έναν πόντο
素無視 すむし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσπερνώ κάποιον (χωρίς να τον προσέχω), αμελώς αγνοώ
素牛 もとうし

ουσιαστικό

  1. 01 μοσχαράκι (πριν παχυνθεί ή χρησιμοποιηθεί για αναπαραγωγή, συνήθως αναφέρεται σε ζώα ηλικίας 6 έως 12 μηνών)
素屋根 すやね

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή σκαλωσιά και στέγη που τοποθετείται γύρω από ιερό, ναό κ.λπ. που υποβάλλεται σε επισκευή, προστατευτική σκαλωσιά
素晴らしさ すばらしさ

ουσιαστικό

  1. 01 λαμπρότητα, μεγαλοπρέπεια, ομορφιά
素建て すだて

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός σκελετός (ενός κτιρίου)
素十六 すじゅうろく

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυασμός πόντων που αποτελείται από δεκαέξι φύλλα του ενός πόντου
素餐 そさん

ουσιαστικό

  1. 01 αδικαιολόγητη ανταμοιβή
素物語 すものがたり

ουσιαστικό

  1. 01 συζήτηση χωρίς φαγητό ή ποτό