131 αποτελέσματα για «終»

終端抵抗 しゅうたんていこう

ουσιαστικό

  1. 01 τερματική αντίσταση
終端文字 しゅうたんもじ

ουσιαστικό

  1. 01 τελικός χαρακτήρας
終着局 しゅうちゃくきょく

ουσιαστικό

  1. 01 τερματικός σταθμός, σταθμός λήξης
終了ステータス しゅうりょうステータス

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση εξόδου
終了タグ しゅうりょうタグ

ουσιαστικό

  1. 01 ετικέτα λήξης, ετικέτα κλεισίματος
終脳 しゅうのう

ουσιαστικό

  1. 01 τελεγκέφαλος (τελικός εγκέφαλος)
終日禁煙 しゅうじつきんえん

άλλο

  1. 01 απαγόρευση καπνίσματος καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας
終止コドン しゅうしコドン

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικόνιο λήξης, κωδικόνιο τερματισμού
終助 しゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό μόριο πρότασης (για παράδειγμα κα, να, γιο, κασίρα)
終園式 しゅうえんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή λήξης νηπιαγωγείου (στο τέλος του σχολικού έτους τον Μάρτιο, πριν από τις εαρινές διακοπές)
終油礼 しゅうゆれい

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία χρίση
終板 しゅうばん

ουσιαστικό

  1. 01 τελική πλάκα
終朝 しゅうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμο πρωινό (από την αυγή μέχρι το πρωινό γεύμα)
終鳴日 しゅうめいび

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία ημέρα του έτους κατά την οποία ένα συγκεκριμένο είδος πουλιού, εντόμου κ.λπ. τραγουδά ή τρίζει
終わりんこ おわりんこ

άλλο

  1. 01 τελειωμένος, ολοκληρωμένος
終堆石 しゅうたいせき

ουσιαστικό

  1. 01 τελική μοραίνα, τελικός λιθών (απόθεση υλικών στο άκρο παγετώνα)
終雪 しゅうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίο χιόνι (της σεζόν)
終戦宣言 しゅうせんせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 διακήρυξη τερματισμού πολέμου
終駅 しゅうえき

ουσιαστικό

  1. 01 τελικός σταθμός
終売 しゅうばい

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος πωλήσεων, διακοπή κυκλοφορίας