134 αποτελέσματα για «組»
組み合わせ回路 くみあわせかいろ
ουσιαστικό
- 01 συνδυαστικό κύκλωμα
組み込みコマンド くみこみコマンド
ουσιαστικό
- 01 ενσωματωμένη εντολή
組み込みプロセッサ くみこみプロセッサ
ουσιαστικό
- 01 ενσωματωμένος επεξεργαστής
組合せ条件 くみあわせじょうけん
ουσιαστικό
- 01 συνδυαστική συνθήκη
組始端 くみしたん
ουσιαστικό
- 01 πρώτη θέση χαρακτήρα σε μια γραμμή
組終端 くみしゅうたん
ουσιαστικό
- 01 τελευταία θέση χαρακτήρα μιας γραμμής
組上り濃度 くみあがりのうど
ουσιαστικό
- 01 τυπογραφική πυκνότητα (χρωματική εντύπωση κειμένου)
組織運営体制 そしきうんえいたいせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα οργανωσιακής διαχείρισης
組織球 そしききゅう
ουσιαστικό
- 01 ιστιοκύτταρο
組織学者 そしきがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 ιστολόγος
組織不適合性 そしきふてきごうせい
ουσιαστικό
- 01 ιστοασυμβατότητα
組織プラスミノーゲン活性化因子 そしきプラスミノーゲンかっせいかいんし
ουσιαστικό
- 01 ιστικός ενεργοποιητής πλασμινογόνου, tPA, PLAT
組入天井 くみいれてんじょう
ουσιαστικό
- 01 φατνωματική οροφή
組合つぶし くみあいつぶし
ουσιαστικό
- 01 διαλυτική δράση κατά των συνδικάτων, αποδυνάμωση των εργατικών σωματείων
組み込みシステム くみこみシステム
ουσιαστικό
- 01 ενσωματωμένο σύστημα
組太鼓 くみだいこ
ουσιαστικό
- 01 σύνολο τυμπάνων τάικο
組織病理学 そしきびょうりがく
ουσιαστικό
- 01 ιστοπαθολογία
組札 くみふだ
ουσιαστικό
- 01 σειρά τράπουλας
組合専従者 くみあいせんじゅうしゃ
ουσιαστικό
- 01 πλήρους απασχόλησης συνδικαλιστικός εκπρόσωπος
組織宗教 そしきしゅうきょう
ουσιαστικό
- 01 οργανωμένη θρησκεία