323 αποτελέσματα για «経»

経穴 けいけつ

ουσιαστικό

  1. 01 βελονιστικό σημείο
経済封鎖 けいざいふうさ

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικός αποκλεισμός, εμπορικό εμπάργκο
経済性 けいざいせい

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομία, αποταμίευση χρημάτων
経済危機 けいざいきき

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική κρίση
経済戦争 けいざいせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικός πόλεμος
経書 けいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τα κλασικά κομφουκιανά κείμενα
経木 きょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτό, σαν χαρτί, φύλλο ξύλου
経営責任 けいえいせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική ευθύνη, ευθύνη διαχείρισης
経血 けいけつ

ουσιαστικό

  1. 01 έμμηνη ρύση, αίμα περιόδου
経済史 けいざいし

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική ιστορία
経堂 きょうどう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλιοθήκη βουδιστικών κειμένων
経済援助 けいざいえんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική βοήθεια
経産相 けいさんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός Οικονομίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας
経済人 けいざいじん

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικός άνθρωπος (οικονομικό ον)
  2. 02 οικονομικός εμπειρογνώμονας, επιχειρηματίας
経産 けいさん

ουσιαστικό

  1. 01 τοκετός, η κατάσταση του να έχει γεννήσει κανείς παιδιά
  2. 02 τοκετικός
経口補水液 けいこうほすいえき

ουσιαστικό

  1. 01 διάλυμα στοματικής επανυδάτωσης
経年変化 けいねんへんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σταδιακή μεταβολή με το πέρασμα του χρόνου, παλαίωση, γήρανση, μακροχρόνια μεταβολή
経常利益 けいじょうりえき

ουσιαστικό

  1. 01 τρέχοντα κέρδη, τακτικό κέρδος, εισόδημα προ φόρων, τακτικό εισόδημα, λειτουργικό κέρδος
経営努力 けいえいどりょく

ουσιαστικό

  1. 01 διαχειριστική προσπάθεια, διοικητική προσπάθεια, ενέργεια λειτουργίας
経営基盤 けいえいきばん

ουσιαστικό

  1. 01 βάση διοίκησης, επιχειρηματικό θεμέλιο