196 αποτελέσματα για «結»

結了 けつりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση
結滞 けったい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αρρυθμία, διαλείπων σφυγμός
結盟 けつめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύναψη συμμαχίας, δέσμευση με όρκο
結社の自由 けっしゃのじゆう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι
結び紐 むすびひも

ουσιαστικό

  1. 01 κορδόνι με κόμπους
  2. 02 κορδόνι για το δέσιμο ρούχων κ.λπ.
結跏 けっか

ουσιαστικό

  1. 01 στάση λωτού (στάση διαλογισμού και γιόγκα), πατμασάνα, κάθισμα με τα πόδια σταυρωμένα και τα πέλματα τοποθετημένα στους αντίθετους μηρούς
結団式 けつだんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή εορτασμού της συγκρότησης ενός οργανισμού
結晶性 けっしょうせい

άλλο

  1. 01 κρυσταλλικός
結球 けっきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κεφαλή (λάχανου, μαρουλιού κ.λπ.)
  2. 02 σχηματισμός κεφαλής, ανάπτυξη κεφαλής
結紮術 けっさつじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 απολίνωση
結びの神 むすびのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεός του έρωτα, προξενητής
結晶光学 けっしょうこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 κρυσταλλοοπτική
結い付ける ゆいつける

ρήμα

  1. 01 δένω μαζί, συνδέω
  2. 02 έχω συστηματικά χτενισμένα τα μαλλιά μου με συγκεκριμένο τρόπο
結果責任 けっかせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 ευθύνη για τις συνέπειες, απόλυτη αστική ευθύνη, ηθική ευθύνη, υπόλογη στάση
結核症 けっかくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 φυματίωση
結合双生児 けつごうそうせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 ενωμένα δίδυμα
結婚退社 けっこんたいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραίτηση λόγω γάμου
結団 けつだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκρότηση σε οργάνωση, σύσταση ομάδας
結び髪 むすびがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χτένισμα με δεμένα μαλλιά
結びの前 むすびのまえ

ουσιαστικό

  1. 01 προτελευταίος αγώνας της ημέρας στο τουρνουά