130 αποτελέσματα για «耳»

耳茸 じじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πολύποδας αυτιού, πολύποδας του ωτός
耳釣り みみつり

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική ανάρτησης γόνου χτενιού από το αυτί, δηλαδή διάτρηση του συνδέσμου για το πέρασμά τους σε σχοινί
耳当 じとう

ουσιαστικό

  1. 01 τάπα αυτιού (παραδοσιακό κόσμημα που φοριέται στον λοβό του αυτιού, δημοφιλές στην Κίνα της δυναστείας των Χαν)
耳介リンパ節 じかいリンパせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ωτιαίος λεμφαδένας
耳掻草 ミミカキグサ

ουσιαστικό

  1. 01 ουτρίκουλαρια η δισχιδής (είδος φυτού της οικογένειας λεντιμπουλαριίδες)
耳鏡 じきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ωτοσκόπιο
耳金 みみがね

ουσιαστικό

  1. 01 αυτί (προεξοχή σε μεταλλικό αντικείμενο για στήριξη ή ανάρτηση)
耳袋 みみぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 ωτασπίδες
耳日不見 みみひみず

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικός τυφλοπόντικας της οικογένειας των σωρηκιδών (Uropsilus soricipes)
耳穿山甲 みみせんざんこう

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικός παγκολίνος (Manis pentadactyla)
耳蝉 みみずく

ουσιαστικό

  1. 01 είδος τζιτζικιού με αυτιά (Ledra auditura)
耳癈 みみしい

ουσιαστικό

  1. 01 κώφωση, κωφός
耳切り みみきり

ουσιαστικό

  1. 01 αποκοπή αυτιού
耳閉感 じへいかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα βουλωμένων αυτιών, αίσθημα έμφραξης των αυτιών
耳科 じか

ουσιαστικό

  1. 01 ωτολογία
耳姫鵜 みみひめう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλολοφοκόρακο (Phalacrocorax auritus)
耳血腫 じけっしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ωτοαιμάτωμα, κουνουπίδι (παραμόρφωση πτερυγίου αυτιού)
耳浴 じよく

ουσιαστικό

  1. 01 ενστάλαξη στα αυτιά, χορήγηση ωτικών σταγόνων
耳うどん みみうどん

ουσιαστικό

  1. 01 μιμί ουντόν, ουντόν σε σχήμα αυτιού από τον νομό Τοτσίγκι
耳介軟骨 じかいなんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 χόνδρος του πτερυγίου του ωτός