152 αποτελέσματα για «聖»

聖人賢者 せいじんけんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με υψηλή αρετή και μεγάλη σοφία
聖哲 せいてつ

ουσιαστικό

  1. 01 σοφός
聖告 せいこく

ουσιαστικό

  1. 01 ευαγγελισμός
聖エルモの火 せいエルモのひ

ουσιαστικό

  1. 01 φωτιά του Αγίου Ελμού
聖跡 せいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ιερός τόπος
聖保羅 サンパウロ

ουσιαστικό

  1. 01 Σάο Πάολο (Βραζιλία)
聖算 せいさん

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία του αυτοκράτορα
聖の御代 ひじりのみよ

ουσιαστικό

  1. 01 η βασιλεία ενός ιδιαίτερα σεβαστού αυτοκράτορα
聖卓 せいたく

ουσιαστικό

  1. 01 αγία τράπεζα (ειδικότερα χριστιανική)
聖名祝日 せいめいしゅくじつ

ουσιαστικό

  1. 01 ονομαστική εορτή
聖神中央教会 せいしんちゅうおうきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Κεντρική Εκκλησία του Αγίου Θεού
聖柄 ひじりづか

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή σπαθιού με σχήμα παρόμοιο με τη λαβή ενός βάτζρα
  2. 02 απλή, ξύλινη λαβή σπαθιού (σε αντίθεση με εκείνες που είναι τυλιγμένες με δέρμα καρχαρία)
聖遷 せいせん

ουσιαστικό

  1. 01 Εγίρα
聖書考古学 せいしょこうこがく

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλική αρχαιολογία
聖霊運動 せいれいうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 πεντηκοστιανό κίνημα
聖菓 せいか

ουσιαστικό

  1. 01 χριστουγεννιάτικη τούρτα
聖骨箱 せいこつばこ

ουσιαστικό

  1. 01 λειψανοθήκη, φορητή λάρνακα ιερών λειψάνων
聖王 せいおう

ουσιαστικό

  1. 01 ενάρετος ηγεμόνας, άξιος μονάρχης
聖子ちゃんカット せいこちゃんカット

ουσιαστικό

  1. 01 κούρεμα Σέικο-τσαν, χτένισμα με φιλάρισμα που καλύπτει τα φρύδια με αφέλειες
聖母子 せいぼし

ουσιαστικό

  1. 01 παναγία βρεφοκρατούσα, η παρθένος μαρία και το θείο βρέφος