116 αποτελέσματα για «職»

職別工事 しきべつこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένες υπεργολαβικές εργασίες (στον τομέα των κατασκευών)
職服 しょくふく

ουσιαστικό

  1. 01 στολή (για ένα επάγγελμα), επαγγελματική ενδυμασία, τήβεννος, χιτώνας
  2. 02 ρούχα εργασίας, φόρμα εργασίας, ολόσωμη φόρμα
職業訓練短期大学校 しょくぎょうくんれんたんきだいがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική επαγγελματική σχολή
職業能力開発短期大学校 しょくぎょうのうりょくかいはつたんきだいがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 διετής σχολή επαγγελματικής κατάρτισης
職業能力開発大学校 しょくぎょうのうりょくかいはつだいがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυτεχνική σχολή (με διετείς και τετρατείς κύκλους σπουδών)
職業経歴 しょくぎょうけいれき

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματική σταδιοδρομία, εργασιακή εμπειρία
職業名 しょくぎょうめい

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματικός τίτλος
職務犯罪 しょくむはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική κατάχρηση εξουσίας, εγκλήματα που διαπράττονται από δημόσιους υπαλλήλους κατά παράβαση των καθηκόντων τους
職群 しょくぐん

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορία θέσης εργασίας, εργασιακή ταξινόμηση
職場放棄 しょくばほうき

ουσιαστικό

  1. 01 απεργία, αποχή από την εργασία, εγκατάλειψη θέσης εργασίας
職場氏名 しょくばしめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα που χρησιμοποιείται στον χώρο εργασίας (π.χ. το πατρικό επώνυμο)
職業野球 しょくぎょうやきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματικό μπέιζμπολ
職人魂 しょくにんだましい

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα του αληθινού τεχνίτη, επαγγελματική συνείδηση, υπερηφάνεια για την τέχνη κάποιου
職業能力開発大学校 しょくぎょうのうりょくかいはつだいがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 Πολυτεχνικό Πανεπιστήμιο της Ιαπωνίας
職業能力開発総合大学校 しょくぎょうのうりょくかいはつそうごうだいがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό πανεπιστήμιο ανάπτυξης επαγγελματικών δεξιοτήτων
  1. 01 θέση, πόστο
  2. 02 απασχόληση, εργασία
  3. 03 εργασία, δουλειά