116 αποτελέσματα για «良»
良心的兵役拒否者 りょうしんてきへいえききょひしゃ
ουσιαστικό
- 01 αντιρρησίας συνείδησης
良禽は木を択んで棲む りょうきんはきをえらんですむ
άλλο, ρήμα
- 01 ένας σοφός αυλικός επιλέγει έναν σπουδαίο άρχοντα για να υπηρετήσει, ένας σοφός πτηνός επιλέγει ένα καλό δέντρο για να φωλιάσει
良いね いいね
επιφώνημα, ουσιαστικό, ρήμα, άλλο
- 01 αυτό είναι καλό, αυτό είναι ωραίο
- 02 μου αρέσει (στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης)
- 03 είναι σαφές;, εντάξει;, το κατάλαβες;
良い年をお迎えください よいとしをおむかえください
άλλο
- 01 να έχετε μια ευτυχισμένη νέα χρονιά
良識ある りょうしきある
άλλο
- 01 σώφρων, λογικός, με ορθή κρίση
良馬場 りょうばば
ουσιαστικό
- 01 καλό τερέν, σταθερό τερέν, γρήγορο τερέν
良きもの よきもの
ουσιαστικό
- 01 καλό πράγμα
良薬口に苦し りょうやくくちににがし
άλλο
- 01 η πιο χρήσιμη συμβουλή μπορεί να είναι δύσκολο να ακουστεί, τα καλά φάρμακα έχουν πικρή γεύση
良木 りょうぼく
ουσιαστικό
- 01 καλό ξύλο, ποιοτική ξυλεία, κατάλληλο δέντρο
良かろうが悪かろうが よかろうがわるかろうが
άλλο
- 01 είτε είναι καλό είτε κακό
良型 りょうがた
ουσιαστικό
- 01 αξιόλογο αλίευμα, ψάρι καλού μεγέθους
良きこと よきこと
άλλο, ουσιαστικό
- 01 καλό πράγμα
良うございました ようございました
άλλο
- 01 ήταν καλό, χαίρομαι, είναι υπέροχο
良うござんした ようござんした
άλλο
- 01 ήταν καλό, χαίρομαι, είναι υπέροχο
良作 りょうさく
ουσιαστικό
- 01 αξιόλογο έργο (π.χ. τέχνης), καλή δουλειά
良
- 01 καλός
- 02 ευχάριστος, αρεστός
- 03 επιδέξιος, ικανός