180 αποτελέσματα για «色»

色彩設計 しきさいせっけい

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματικός συνδυασμός, σχεδιασμός χρωμάτων
色素細胞 しきそさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 μελανοκύτταρο
色打掛 いろうちかけ

ουσιαστικό

  1. 01 πολύχρωμο γαμήλιο κιμονό
色砂 いろすな

ουσιαστικό

  1. 01 έγχρωμη άμμος (που χρησιμοποιείται για την επικάλυψη εσωτερικών σοβατισμένων τοίχων)
色視 しきし

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματοψία
色収差 いろしゅうさ

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματική εκτροπή
色消し いろけし

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αχρωματισμός
色抜き いろぬき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχρωματισμός, αποχρωμάτιση
色染め いろぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 βάψιμο, χρωματισμός
色出し いろだし

ουσιαστικό

  1. 01 χρωστική ουσία, παράγοντας που χρησιμοποιείται στη βαφή για το σκούρυνμα ενός χρώματος
  2. 02 λεύκανση
色浴衣 いろゆかた

ουσιαστικό

  1. 01 πολύχρωμη γιουκάτα
色柄物 いろがらもの

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματιστά ρούχα
色止め いろどめ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθεροποίηση χρώματος
色決め いろぎめ

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό χρώμα (π.χ. σε φανοποιείο)
色素斑 しきそはん

ουσιαστικό

  1. 01 χρωστική κηλίδα, μελανή κηλίδα
色校正 いろこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματική δοκιμή, βαθμονόμηση χρωμάτων
色盛り いろざかり

ουσιαστικό

  1. 01 η ηλικία της μέγιστης σεξουαλικής ελκυστικότητας μιας γυναίκας
色玉 いろだま

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματιστή χάντρα, χρωματιστή μπάλα
  2. 02 ρόδι
色飛び いろとび

ουσιαστικό

  1. 01 ξεθωριασμένο χρώμα (στη φωτογραφία)
色差 しきさ

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματικό συστατικό (σήματος βίντεο κ.λπ.), χρωματική διαφορά