115 αποτελέσματα για «苦»
苦しさ くるしさ
ουσιαστικό
- 01 πόνος, αγωνία, ανησυχία, ταλαιπωρία, κακουχία
苦鉄質 くてつしつ
ουσιαστικό
- 01 μαφικός (που περιέχει μεγάλες ποσότητες μαγνησίου και σιδήρου)
苦酒 からざけ
ουσιαστικό
- 01 ξύδι
苦礬柘榴石 くばんざくろいし
ουσιαστικό
- 01 πυρόπης
苦労をかける くろうをかける
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ στενοχώρια σε κάποιον, επιβαρύνω κάποιον
苦土石灰 くどせっかい
ουσιαστικό
- 01 δολομιτικός ασβέστης
苦杯をなめる くはいをなめる
άλλο, ρήμα
- 01 πίνω το πικρό ποτήρι, έχω μια πικρή εμπειρία, υφίσταμαι ήττα
苦杯を喫する くはいをきっする
άλλο, ρήμα
- 01 πίνω το πικρό ποτήρι, βιώνω μια πικρή εμπειρία, υφίσταμαι ήττα
苦渋の決断 くじゅうのけつだん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 οδυνηρή απόφαση
苦薬 くやく
ουσιαστικό
- 01 πικρό φάρμακο
苦苺 ニガイチゴ
ουσιαστικό
- 01 νιγκαϊτσίγκο (είδος σμέουρου)
苦土明礬 くどみょうばん
ουσιαστικό
- 01 πικερινγκίτης
苦栗茸 ニガクリタケ
ουσιαστικό
- 01 νιγκακουριτάκε, δηλητηριώδες μανιτάρι του γένους υφόλωμα (Hypholoma fasciculare), ομαδικό ξυλόφιλο μανιτάρι
苦労話 くろうばなし
ουσιαστικό
- 01 ιστορία μόχθου, εξιστόρηση προσωπικών δυσκολιών
苦
- 01 πόνος, οδύνη, βάσανο, δεινό
- 02 δοκιμασία, πείρα
- 03 ανησυχία, έγνοια
- 04 δυσκολία, κακουχία
- 05 νιώθω πικρία
- 06 συνοφρυώνομαι, κατσουφιάζω