167 αποτελέσματα για «落»

落想 らくそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη μιας ιδέας, ιδέα
落ち鮎 おちあゆ

ουσιαστικό

  1. 01 οτσιαγιού, ενήλικο γλυκόψαρο που κατεβαίνει το ποτάμι για αναπαραγωγή (το φθινόπωρο)
落ち物パズル おちものパズル

ουσιαστικό

  1. 01 βιντεοπαιχνίδι παζλ με αντικείμενα που πέφτουν, παιχνίδι τύπου Τέτρις
落球 らっきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτυχία πιασίματος μπάλας, πτώση μπάλας, χαμένο πιάσιμο
落字 らくじ

ουσιαστικό

  1. 01 παραλειπόμενος χαρακτήρας, παραλειπόμενο γράμμα
落体 らくたい

ουσιαστικό

  1. 01 πτώση σώματος
落葉喬木 らくようきょうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλοβόλο ψηλό δέντρο
落ち葉焚き おちばたき

ουσιαστικό

  1. 01 καύση πεσμένων φύλλων, κάψιμο φθινοπωρινών φύλλων
落とし紙 おとしがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί υγείας
落葉広葉樹林 らくようこうようじゅりん

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλοβόλο πλατύφυλλο δάσος
落筆 らくひつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 η πρώτη πινελιά στην καλλιγραφία
落鉄 らくてつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια πετάλου (από το πόδι του ζώου), πεταλοαποβολή
落葉低木 らくようていぼく

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλοβόλος θάμνος
落花流水 らっかりゅうすい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία αγάπη, η αγάπη που δείχνει κανείς σε κάποιον άλλο και ανταποδίδεται
落魄の身 らくはくのみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σε κατάσταση ένδειας, ξεπεσμένος
落橋 らっきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάρρευση γέφυρας
落地 らくち

ουσιαστικό

  1. 01 προσγείωση στο έδαφος, πτώση στο έδαφος
落果 らっか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση καρπών
  2. 02 πεσμένος καρπός
落成祝 らくせいいわい

ουσιαστικό

  1. 01 εορτασμός για την ολοκλήρωση ενός έργου
落屑 らくせつ

ουσιαστικό

  1. 01 απολέπιση, ξεφλούδισμα του δέρματος