140 αποτελέσματα για «薬»

薬効物 やっこうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακευτικά δραστικό συστατικό
薬餌療法 やくじりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 θεραπεία με φάρμακα και διατροφή
薬籠中の物 やくろうちゅうのもの

ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτος έλεγχος κάποιου ή κάποιου πράγματος, στην πλήρη διάθεση κάποιου
薬石無効 やくせきむこう

ουσιαστικό

  1. 01 η κατάσταση ασθενούς όπου τα φάρμακα και η ιατρική περίθαλψη δεν έχουν πλέον αποτέλεσμα
薬業界 やくぎょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακευτική βιομηχανία
薬害ヤコブ病訴訟 やくがいヤコブびょうそしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική δικαστική αγωγή σχετικά με περιπτώσεις όπου νοσηλευόμενοι ασθενείς προσβλήθηκαν από τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ μέσω μολυσμένων μεταμοσχεύσεων
薬物統制 やくぶつとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος ναρκωτικών
薬物不法所持 やくぶつふほうしょじ

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη κατοχή ναρκωτικών
薬傷 やくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 χημικό έγκαυμα, χημικός τραυματισμός
薬事監視員 やくじかんしいん

ουσιαστικό

  1. 01 επιθεωρητής φαρμάκων
薬味皿 やくみざら

ουσιαστικό

  1. 01 πιατάκι για καρυκεύματα, μικρό σκεύος για το σερβίρισμα καρυκευμάτων
薬物四法 やくぶつよんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 οι τέσσερις νόμοι ελέγχου ναρκωτικών της Ιαπωνίας
薬物去勢 やくぶつきょせい

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακευτικός ευνουχισμός
薬玉詰草 くすだまつめくさ

ουσιαστικό

  1. 01 τριφύλλι το αγροτικό (Trifolium campestre), τριφύλλι το λυκίσκειο
薬味酒 やくみしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαματικό ποτό φτιαγμένο από φυτά εμβαπτισμένα σε μίριν
薬浴 やくよく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θεραπευτικό λουτρό (ιαματικό μπάνιο)
薬念 ヤンニョム

ουσιαστικό

  1. 01 κορεατικό μείγμα μπαχαρικών
薬剤抵抗性 やくざいていこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακοαντοχή
薬飯 ヤッパプ

ουσιαστικό

  1. 01 γιακμπάπ (γλυκό κορεατικό πιάτο με ρύζι και ξηρούς καρπούς)
薬材 やくざい

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακευτικό συστατικό, συστατικά φαρμάκων