237 αποτελέσματα για «血»

血管系 けっかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφορικό σύστημα, αγγειακό σύστημα
血合い ちあい

ουσιαστικό

  1. 01 το σκουρόχρωμο κρέας ψαριού (π.χ. τόνου) που είναι πλούσιο σε αίμα και βρίσκεται συνήθως στα σημεία κοντά στη σπονδυλική στήλη
血と汗の結晶 ちとあせのけっしょう

άλλο

  1. 01 αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, καρποί των κόπων κάποιου
血石 けっせき

ουσιαστικό

  1. 01 αιματίτης
血管壁 けっかんへき

ουσιαστικό

  1. 01 τοίχωμα αγγείου
血流量 けつりゅうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ροή αίματος (όγκος)
血の巡りの悪い ちのめぐりのわるい

άλλο

  1. 01 αμβλύνοης, αργοκίνητος στην αντίληψη
血行不良 けっこうふりょう

ουσιαστικό

  1. 01 κακή κυκλοφορία του αίματος
血友病 けつゆうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 αιμορροφιλία
血液内科 けつえきないか

ουσιαστικό

  1. 01 αιματολογία
血液凝固 けつえきぎょうこ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πήξη αίματος, πήξη, θρομβωτικός παράγοντας
血族結婚 けつぞくけっこん

ουσιαστικό

  1. 01 αιμομιξία, γάμος μεταξύ συγγενών
血栓症 けっせんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 θρόμβωση
血の気が無い ちのけがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ωχρός, άναίμακτος
血道 ちみち

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοφόρα αγγεία
血胸 けっきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοθώρακας
血液透析 けつえきとうせき

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοκάθαρση
血族関係 けつぞくかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 συγγένεια εξ αίματος
血振 ちぶり

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική για το τίναγμα, το σκούπισμα ή την απομάκρυνση του αίματος από τη λεπίδα του σπαθιού
血気盛り けっきざかり

επίθετο

  1. 01 νεανική ορμή, ακμή της νεότητας