189 αποτελέσματα για «表»
表見代理 ひょうけんだいり
ουσιαστικό
- 01 φαινομενική αντιπροσώπευση
表付き おもてつき
ουσιαστικό
- 01 πρόσοψη
表示画像 ひょうじがぞう
ουσιαστικό
- 01 εικόνα προβολής, εικόνα
表示要素 ひょうじようそ
ουσιαστικό
- 01 στοιχείο απεικόνισης, γραφικό πρωτόγονο, πρωτόγονο εξόδου
表決権 ひょうけつけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα ψήφου
表層構造 ひょうそうこうぞう
ουσιαστικό
- 01 επιφανειακή δομή
表計算プログラム ひょうけいさんプログラム
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα υπολογιστικών φύλλων
表す ひょうす
ρήμα
- 01 εκφράζω, δείχνω
表示媒体 ひょうじばいたい
ουσιαστικό
- 01 μέσο προβολής
表山 おもてやま
ουσιαστικό
- 01 πλευρά ενός βουνού που δέχεται πολλή ηλιοφάνεια (και είναι επομένως κατάλληλη για καλλιέργεια)
表号 ひょうごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύμβολο, έμβλημα, σήμα
表音字母 ひょうおんじぼ
ουσιαστικό
- 01 φωνητικό αλφάβητο
表解 ひょうかい
ουσιαστικό
- 01 εικονογράφηση με πίνακες
表示書 ひょうじしょ
ουσιαστικό
- 01 γραπτή δήλωση
表層性 ひょうそうせい
επίθετο
- 01 επιφανειακότητα
表忠塔 ひょうちゅうとう
ουσιαστικό
- 01 μνημείο ηρώων πολέμου
表忠碑 ひょうちゅうひ
ουσιαστικό
- 01 πολεμικό μνημείο
表立った おもてだった
άλλο
- 01 δημόσιος, φανερός, επίσημος, τυπικός
表層の語順 ひょうそうのごじゅん
ουσιαστικό
- 01 επιφανειακή σειρά λέξεων
表内 ひょうない
ουσιαστικό
- 01 εντός πίνακα ή λίστας