134 αποτελέσματα για «被»
被占領期 ひせんりょうき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος κατοχής (π.χ. η μεταπολεμική περίοδος κατά την οποία οι Σύμμαχοι κατείχαν την Ιαπωνία)
被嚢類 ひのうるい
ουσιαστικό
- 01 χιτωνοφόρα
被官百姓 ひかんびゃくしょう
ουσιαστικό
- 01 δουλοπάροικος
被覆作物 ひふくさくもつ
ουσιαστικό
- 01 φυτό εδαφοκάλυψης
被任命者 ひにんめいしゃ
ουσιαστικό
- 01 διορισμένος, υποψήφιος
被用者保険 ひようしゃほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση εργαζομένων
被圧迫民族 ひあっぱくみんぞく
ουσιαστικό
- 01 καταπιεσμένοι λαοί, περιθωριοποιημένη εθνότητα
被圧地下水 ひあつちかすい
ουσιαστικό
- 01 υπό πίεση υπόγειο νερό, αρτεσιανό υπόγειο νερό
被投性 ひとうせい
ουσιαστικό
- 01 ριπτικότητα, φιλοσοφική έννοια (γερμανικά: Geworfenheit) που εισήγαγε ο Χάιντεγκερ
被介護者 ひかいごしゃ
ουσιαστικό
- 01 εξυπηρετούμενος (πρόσωπο που λαμβάνει φροντίδα), φροντιζόμενος
被保険者証 ひほけんしゃしょう
ουσιαστικό
- 01 ασφαλιστικό πιστοποιητικό
被裏書人 ひうらがきにん
ουσιαστικό
- 01 οπισθογραφηματοδόχος
被留置者 ひりゅうちしゃ
ουσιαστικό
- 01 κρατούμενος
被災地域 ひさいちいき
ουσιαστικό
- 01 πληγείσα περιοχή, περιοχή που έχει πληγεί από καταστροφή
被演算子 ひえんざんし
ουσιαστικό
- 01 τελεστέο
被曝者 ひばくしゃ
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο που έχει εκτεθεί σε επιβλαβή ποσότητα ακτινοβολίας (από βόμβα, βιομηχανικό ατύχημα, εργαστηριακό πείραμα κ.λπ.)
被験 ひけん
πρόθημα
- 01 πειραματικός, δοκιμαστικός, ελεγκτικός
被布 ひふ
ουσιαστικό
- 01 χιφού, επενδύτης που φοριέται πάνω από κιμονό
被告人質問 ひこくにんしつもん
ουσιαστικό
- 01 εξέταση του κατηγορουμένου
被甲 ひこう
ουσιαστικό
- 01 ένδυση θώρακα και κράνους, φόρεση πανοπλίας
- 02 αντιασφυξιογόνος μάσκα
- 03 αλεξίσφαιρο κάλυμμα ή χιτώνιο από χαλκονικέλιο