126 αποτελέσματα για «要»

要求側 ようきゅうがわ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτών, αιτούμενος χρήστης SS
要求側SS利用者 ようきゅうがわエスエスりようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτών, χρήστης SS που υποβάλλει αίτημα
要求側アソシエーション制御プロトコル機械 ようきゅうがわアソシエーションせいぎょプロトコルきかい

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή πρωτοκόλλου ελέγχου σύνδεσης στην πλευρά του αιτούντος
要求側遠隔操作プロトコル機械 ようきゅうがわえんかくそうさプロトコルきかい

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή πρωτοκόλλου απομακρυσμένου χειρισμού αιτούντος
要求分解 ようきゅうぶんかい

ουσιαστικό

  1. 01 αποσύνθεση απαιτήσεων
要素ポインタ ようそポインタ

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης στοιχείου
要素位置 ようそいち

ουσιαστικό

  1. 01 θέση στοιχείου
要素型引数 ようそがたひきすう

ουσιαστικό

  1. 01 παράμετρος τύπου στοιχείου
要素型定義 ようそがたていぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ορισμός τύπου στοιχείου
要素構造 ようそこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 δομή στοιχείων
要素参照リスト ようそさんしょうリスト

ουσιαστικό

  1. 01 λίστα αναφοράς στοιχείων
要素種別 ようそしゅべつ

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος στοιχείου
要素宣言 ようそせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 δήλωση στοιχείου
要素別処理 ようそべつしょり

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχειακός
要望クラス ようぼうクラス

ουσιαστικό

  1. 01 προτιμώμενη κλάση
要督促 ようとくそく

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαία υπενθύμιση
要解 ようかい

ουσιαστικό

  1. 01 περιγραφικός, που δίνει το περίγραμμα
要領書 ようりょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εγχειρίδιο, εγχειρίδιο οδηγιών, τεκμηρίωση διαδικασιών εργασίας, οδηγίες λειτουργίας
要援護者 ようえんごしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο που χρήζει ειδικής βοήθειας (συνήθως ηλικιωμένοι, βρέφη κ.λπ. σε καταστάσεις καταστροφών)
要援護 ようえんご

άλλο

  1. 01 που χρειάζεται ειδική βοήθεια (συνήθως ηλικιωμένοι, βρέφη κ.λπ. σε καταστάσεις καταστροφής)