147 αποτελέσματα για «観»

観相学 かんそうがく

ουσιαστικό

  1. 01 φρενολογία, φυσιογνωμική
観劇会 かんげきかい

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική παρακολούθηση θεατρικής παράστασης
観自在 かんじざい

ουσιαστικό

  1. 01 Αβαλοκιτεσβάρα (μποντισάτβα), Αβαλοκιτεσβάρα, Κάννον, Κουάννον, Γκουανγίν, βουδιστική θεότητα της συμπόνιας
観天望気 かんてんぼうき

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλεψη καιρού με βάση τη φορά του ανέμου, το σχήμα των νεφών, κ.λπ.
観応 かんのう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Καννό (του Βόρειου Αυτοκρατορικού Οίκου) (27/2/1350-27/9/1352), εποχή Καννό
観瀑 かんばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θέαση καταρράκτη
観能 かんのう

ουσιαστικό

  1. 01 παρακολούθηση νο, θέαση θεατρικής παράστασης νο, μετάβαση σε θέατρο νο
観光旅館 かんこうりょかん

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακό πανδοχείο σε δημοφιλή τουριστική περιοχή
観護措置 かんごそち

ουσιαστικό

  1. 01 επιβολή προστατευτικής κράτησης σε ανήλικο, επιβολή εντολής φροντίδας και επιμέλειας
観光バー かんこうバー

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικό μπαρ, γκέι μπαρ που απευθύνεται κυρίως σε ετεροφυλόφιλους
観菊 かんぎく

ουσιαστικό

  1. 01 θέαση χρυσανθέμων
観客層 かんきゃくそう

ουσιαστικό

  1. 01 είδος κοινού
観相家 かんそうか

ουσιαστικό

  1. 01 φυσιογνωμιστής
観光立県 かんこうりっけん

ουσιαστικό

  1. 01 ανάδειξη νομού σε τουριστικό προορισμό, νομός που προωθεί τον τουρισμό
観賞植物 かんしょうしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλωπιστικά φυτά
観点を変える かんてんをかえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αλλάζω οπτική γωνία
観測可能量 かんそくかのうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρήσιμο μέγεθος
観測可能な宇宙 かんそくかのうなうちゅう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρήσιμο σύμπαν
観世縒り かんぜより

ουσιαστικό

  1. 01 στριμμένο χαρτί, σχοινί από στριμμένο χαρτί
観察的研究 かんさつてきけんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρητική μελέτη