123 αποτελέσματα για «計»
計数抽象操作 けいすうちゅうしょうそうさ
ουσιαστικό
- 01 συνοψίζω την αφηρημένη λειτουργία
計測プロセス けいそくプロセス
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία μέτρησης
計量士 けいりょうし
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιημένος μετρητής
計画決定 けいかくけってい
ουσιαστικό
- 01 απόφαση σχεδιασμού
計数回路 けいすうかいろ
ουσιαστικό
- 01 κύκλωμα καταμέτρησης, κύκλωμα κλιμάκωσης
計画行列 けいかくぎょうれつ
ουσιαστικό
- 01 πίνακας σχεδιασμού
計器着陸装置 けいきちゃくりくそうち
ουσιαστικό
- 01 σύστημα προσγείωσης με όργανα, ILS
計量化学 けいりょうかがく
ουσιαστικό
- 01 χημειομετρία
計量学 けいりょうがく
ουσιαστικό
- 01 μετρολογία
計画線 けいかくせん
ουσιαστικό
- 01 σχεδιαζόμενη σιδηροδρομική γραμμή
計画分娩 けいかくぶんべん
ουσιαστικό
- 01 προγραμματισμένος τοκετός, εκλεκτικός τοκετός
計都 けいと
ουσιαστικό
- 01 Κέιτο, μυθολογικό ουράνιο σώμα ή κακόβουλο πνεύμα (ασούρα) που λέγεται ότι προκαλεί εκλείψεις
計量単位 けいりょうたんい
ουσιαστικό
- 01 μονάδα μέτρησης
計り直す はかりなおす
ρήμα
- 01 ξαναμετρώ, ξαναζυγίζω
計算機科学者 けいさんきかがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 πληροφορικός
計歩器 けいほき
ουσιαστικό
- 01 βηματόμετρο
計算図表 けいさんずひょう
ουσιαστικό
- 01 νομογράφημα, νομογράφημα
計り知る はかりしる
ρήμα
- 01 υποθέτω, κατανοώ, εικάζω, αντιλαμβάνομαι, εκτιμώ
計算機工学 けいさんきこうがく
ουσιαστικό
- 01 μηχανική υπολογιστών
計算科学 けいさんかがく
ουσιαστικό
- 01 υπολογιστική επιστήμη, επιστημονικός υπολογισμός