115 αποτελέσματα για «警»
警察小説 けいさつしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 αστυνομική ιστορία, αστυνομικό μυθιστόρημα
警察法 けいさつほう
ουσιαστικό
- 01 αστυνομικός νόμος
- 02 αστυνομικοί νόμοι, νόμοι που διέπουν την αστυνομία
警戒水準 けいかいすいじゅん
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο επιφυλακής, επίπεδο προειδοποίησης
警察官立寄所 けいさつかんたちよりしょ
ουσιαστικό
- 01 σημείο περιπολίας αστυνομίας
警告灯 けいこくとう
ουσιαστικό
- 01 προειδοποιητική λυχνία
警備保障 けいびほしょう
ουσιαστικό
- 01 παροχή υπηρεσιών ασφαλείας (κατά πυρκαγιάς, κλοπής κ.λπ.), ιδιωτική φύλαξη
警備保障会社 けいびほしょうがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, εταιρεία φύλαξης
警察庁長官 けいさつちょうちょうかん
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός της εθνικής αστυνομικής υπηρεσίας, γενικός διευθυντής της εθνικής αστυνομικής υπηρεσίας
警備部 けいびぶ
ουσιαστικό
- 01 τμήμα ασφαλείας (της αστυνομίας), γραφείο ασφαλείας, διεύθυνση ασφαλείας
警戒網 けいかいもう
ουσιαστικό
- 01 αστυνομικός ή στρατιωτικός αποκλεισμός, ζώνη επιτήρησης
警察24時 けいさつにじゅうよじ
ουσιαστικό
- 01 τηλεοπτικές ντοκιμαντερίστικες εκπομπές που παρακολουθούν την αστυνομία εν ώρα υπηρεσίας
警察共済組合 けいさつきょうさいくみあい
ουσιαστικό
- 01 Αμοιβαία Βοήθεια Προσωπικού της Αστυνομίας της Ιαπωνίας
警察友愛会 けいさつゆうあいかい
ουσιαστικό
- 01 αδελφικό σωματείο αστυνομικών
警察労働組合 けいさつろうどうくみあい
ουσιαστικό
- 01 αστυνομική συνδικαλιστική οργάνωση
警
- 01 προειδοποιώ, νουθετώ
- 02 εντολή