144 αποτελέσματα για «軽»

軽佻浮華 けいちょうふか

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 επιπολαιότητα, ρηχότητα, μεταβλητότητα, έλλειψη ουσίας
軽鴨 かるがも

ουσιαστικό

  1. 01 καργκαμό (πάπια του είδους Anas poecilorhyncha)
軽目 カルメ

ουσιαστικό

  1. 01 καρούμε, αφρώδες γλύκισμα από θερμαινόμενη μαύρη ζάχαρη αναμεμειγμένη με μαγειρική σόδα
軽飲食店 けいいんしょくてん

ουσιαστικό

  1. 01 καφετέρια, μικρό εστιατόριο
軽印刷 けいいんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 απλή εκτύπωση (π.χ. ριζογράφος, πολύγραφος), γρήγορη εκτύπωση, πολυγράφηση
軽衫 カルサン

ουσιαστικό

  1. 01 καρούσαν, παραδοσιακό παντελόνι που μοιάζει με χάκαμα και είναι επηρεασμένο από το στυλ των παντελονιών που φορούσαν οι Πορτογάλοι
軽震 けいしん

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής σεισμός
軽口噺 かるくちばなし

ουσιαστικό

  1. 01 χιουμοριστική ιστορία με αιχμηρό ή κωμικό επίλογο
軽輸送ヘリコプター けいゆそうヘリコプター

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ μεταφορικό ελικόπτερο
軽労働 けいろうどう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφριά εργασία
軽カー けいカー

ουσιαστικό

  1. 01 κέι καρ, ελαφρύ αυτοκίνητο με χαμηλότερο κόστος εγγραφής
軽電機 けいでんき

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρική συσκευή
軽鬆土 けいそうど

ουσιαστικό

  1. 01 πηλός, χούμος
  2. 02 έδαφος που σχηματίζεται από λεπτόκοκκη ηφαιστειακή τέφρα
軽自動車税 けいじどうしゃぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος ελαφρών οχημάτων
軽水原子炉 けいすいげんしろ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφροϋδατικός πυρηνικός αντιδραστήρας
軽度認識障害 けいどにんしきしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ήπια γνωστική διαταραχή, ήπια νοητική εξασθένηση
軽竜騏兵 けいりゅうきへい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ ιππικό
軽粒子 けいりゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτόνιο
軽量端末 けいりょうたんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύς πελάτης
軽野砲 けいやほう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ ορειβατικό πυροβόλο