192 αποτελέσματα για «近»
近所合壁 きんじょがっぺき
ουσιαστικό
- 01 άμεση γειτονιά
近親結婚 きんしんけっこん
ουσιαστικό
- 01 αιμομιξία, γάμος μεταξύ συγγενών εξ αίματος
近江牛 おうみぎゅう
ουσιαστικό
- 01 βοδινό κρέας Όμι
近代家族 きんだいかぞく
ουσιαστικό
- 01 σύγχρονη οικογένεια
近日点 きんじつてん
ουσιαστικό
- 01 περιήλιο
近古 きんこ
ουσιαστικό
- 01 πρώιμη νεότερη εποχή
近代合理主義 きんだいごうりしゅぎ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 νεωτερικός ορθολογισμός
近鉄電車 きんてつでんしゃ
ουσιαστικό
- 01 σιδηρόδρομος Κιντέτσου
近位 きんい
ουσιαστικό
- 01 εγγύς
近郊都市 きんこうとし
ουσιαστικό
- 01 παρακείμενες πόλεις, γειτονικές πόλεις
近赤外線 きんせきがいせん
ουσιαστικό
- 01 εγγύς υπέρυθρη ακτινοβολία
近代経済学 きんだいけいざいがく
ουσιαστικό
- 01 σύγχρονη οικονομική επιστήμη
近代語 きんだいご
ουσιαστικό
- 01 σύγχρονη ιαπωνική γλώσσα (όπως ομιλείται από τον Μεσαίωνα)
- 02 ιαπωνική γλώσσα που ομιλούνταν κατά την περίοδο Μεϊτζί (συμπεριλαμβάνοντας ενίοτε την ύστερη περίοδο Έντο ή/και την περίοδο Ταϊσό)
近代産業 きんだいさんぎょう
ουσιαστικό
- 01 σύγχρονη βιομηχανία
近代オリンピック きんだいオリンピック
ουσιαστικό
- 01 σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες, σύγχρονη Ολυμπιάδα
近代文学館 きんだいぶんがくかん
ουσιαστικό
- 01 μουσείο νεότερης λογοτεχνίας
近地点 きんちてん
ουσιαστικό
- 01 περίγειο
近隣トラブル きんりんトラブル
ουσιαστικό
- 01 διαφορά με γείτονα, γειτονική έριδα, παράπονο κατά γείτονα
近因 きんいん
ουσιαστικό
- 01 άμεση αιτία, εγγύς αιτία
近接航空支援 きんせつこうくうしえん
ουσιαστικό
- 01 εγγύς αεροπορική υποστήριξη