102 αποτελέσματα για «退»

退魔師 たいまし

ουσιαστικό

  1. 01 εξορκιστής (σε φαντασία, μάνγκα, παιχνίδια κ.λπ.)
退
  1. 01 υποχωρώ
  2. 02 αποσύρω, ανακαλώ
  3. 03 συνταξιοδοτούμαι, αποσύρομαι
  4. 04 παραιτούμαι
  5. 05 απωθώ, αποκρούω
  6. 06 διώχνω, εκδιώκω
  7. 07 απορρίπτω