118 αποτελέσματα για «送»

送粉 そうふん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά γύρης (από έντομο, πουλί κ.λπ.), επικονίαση
送り梅雨 おくりづゆ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία βροχή της εποχής των βροχών (συχνά συνοδεύεται από καταιγίδες)
送金先 そうきんさき

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιούχος εμβάσματος
送り字 おくりじ

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι επανάληψης (χρησιμοποιείται για να δηλώσει την επανάληψη του προηγούμενου χαρακτήρα), σύμβολο αναφοράς
送り吊り落とし おくりつりおとし

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω άρση και ρίψη σώματος
送信専用 そうしんせんよう

ουσιαστικό

  1. 01 μόνο για αποστολή (π.χ. διεύθυνση email), χωρίς δυνατότητα απάντησης
送気 そうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παροχή αέρα
送電塔 そうでんとう

ουσιαστικό

  1. 01 πυλώνας μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, πύργος μεταφοράς ενέργειας
送金人 そうきんにん

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολέας χρημάτων (πληρωμής)
送金者 そうきんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολέας εμβάσματος
送信箱 そうしんばこ

ουσιαστικό

  1. 01 εξερχόμενα (email)
送り札 おくりふだ

ουσιαστικό

  1. 01 απεσταλμένο χαρτί (στο παιχνίδι καρούτα), χαρτί που στέλνεται στον αντίπαλο
送り一発 おくりいっぱつ

ουσιαστικό

  1. 01 οκούρι-ιπάτσου (αγώνισμα κάρουτα), η λήψη κάρτας η οποία διαβάζεται αμέσως αφού έχει σταλεί
送金手数料 そうきんてすうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 προμήθεια εμβάσματος, έξοδα αποστολής χρημάτων
送受話器 そうじゅわき

ουσιαστικό

  1. 01 ακουστικό τηλεφώνου
送信可能化権 そうしんかのうかけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα καθιστάν δυνατόν τον διαβίβαση, δικαίωμα προσαρμογής του έργου σε μορφή που να επιτρέπει τη διαβίβαση
送り元 おくりもと

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολέας (δέματος, επιστολής, ηλεκτρονικού μηνύματος κ.λπ.), πηγή, δημιουργός
  1. 01 συνοδεύω
  2. 02 στέλνω