353 αποτελέσματα για «連»

連邦議会 れんぽうぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, ομοσπονδιακό κογκρέσο
連絡帳 れんらくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 τετράδιο επικοινωνίας (π.χ. μεταξύ δασκάλου και γονέων), σημειωματάριο επαφών, τετράδιο αλληλογραφίας
連チャン レンチャン

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχικά γεγονότα (π.χ. συναντήσεις, συνεδρίες οινοποσίας), σειρά γεγονότων, σερί, αλληλουχία
  2. 02 ο ντίλερ παραμένει ντίλερ και ανατολή μετά από νίκη, διατήρηση της θέσης του ντίλερ
連投 れんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρίψη σε διαδοχικούς αγώνες
  2. 02 πραγματοποίηση πολλαπλών αναρτήσεων σε έναν ιστότοπο, υποβολή πολλαπλών σχολίων
連ドラ れんドラ

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεοπτική δραματική σειρά
連続優勝 れんぞくゆうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχικές νίκες σε τουρνουά
連夜 れんや

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 κάθε βράδυ, νύχτα με τη νύχτα
連結器 れんけつき

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεσμος, συζευκτήρας
連続放火 れんぞくほうか

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά εμπρησμών
連載小説 れんさいしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 συνέχεια, μυθιστόρημα σε συνέχειες
連係プレー れんけいプレー

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική συνεργασία, ομαδικό παιχνίδι
  2. 02 στενή συνεργασία, συντονισμός, σύμπραξη, ομαδικότητα
連続体 れんぞくたい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχές
連作障害 れんさくしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ζημιά από συνεχή καλλιέργεια (ίδια σοδειά, ίδιο έδαφος), κίνδυνος συνεχούς καλλιέργειας, αστοχία επαναφύτευσης
連発銃 れんぱつじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβόλο όπλο επαναληπτικής λειτουργίας, επαναληπτικό όπλο
連番 れんばん

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχικός αριθμός, σειριακός αριθμός
連立方程式 れんりつほうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα εξισώσεων
連判状 れんばんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή έγγραφη συμφωνία, σύμφωνο με συνυπογραφές, αίτηση
連邦捜査局 れんぽうそうさきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (ΗΠΑ), FBI
連枝 れんし

ουσιαστικό

  1. 01 παρακλάδι, ευγενής αδελφός (οικογένειας)
連勤 れんきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εργασία συνεχόμενων ημερών (χωρίς ρεπό)