114 αποτελέσματα για «進»
進路指導教員 しんろしどうきょういん
ουσιαστικό
- 01 σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού
進むも地獄退くも地獄 すすむもじごくしりぞくもじごく
άλλο
- 01 ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, είτε προχωρήσεις είτε υποχωρήσεις είναι κόλαση
進行性核上性麻痺 しんこうせいかくじょうせいまひ
ουσιαστικό
- 01 προοδευτική υπερπυρηνική παράλυση, ΠΥΠ
進上物 しんじょうもの
ουσιαστικό
- 01 δώρο, προσφορά
進捗報告 しんちょくほうこく
ουσιαστικό
- 01 αναφορά προόδου, αναφορά κατάστασης
進塁打 しんるいだ
ουσιαστικό
- 01 χτύπημα που προωθεί τον δρομέα ή τους δρομείς
進適 しんてき
ουσιαστικό
- 01 τεστ ακαδημαϊκής καταλληλότητας (που λαμβανόταν από υποψηφίους ιαπωνικών πανεπιστημίων μεταξύ 1948 και 1954)
進学適性検査 しんがくてきせいけんさ
ουσιαστικό
- 01 τεστ ακαδημαϊκής καταλληλότητας (το οποίο έδιναν οι υποψήφιοι για ιαπωνικά πανεπιστήμια μεταξύ 1948 και 1954)
進み力率 すすみりきりつ
ουσιαστικό
- 01 χωρητικός συντελεστής ισχύος
進路希望調査 しんろきぼうちょうさ
ουσιαστικό
- 01 έρευνα επαγγελματικών προτιμήσεων, ερωτηματολόγιο για τα σχέδια των μαθητών μετά την αποφοίτηση
進化経済学会 しんかけいざいがっかい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνική Ένωση Εξελικτικής Οικονομίας, JAFEE
進歩保守党 しんぽほしゅとう
ουσιαστικό
- 01 Προοδευτικό Συντηρητικό Κόμμα
進撃の巨人 しんげきのきょじん
ουσιαστικό
- 01 Επίθεση των Τιτάνων (manga, anime)
進
- 01 προχωρώ
- 02 προχωρώ, συνεχίζω
- 03 προοδεύω
- 04 προάγω, προωθώ