209 αποτελέσματα για «道»

道警 どうけい

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομία νομού Χοκάιντο
道学者 どうがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ταοϊστής, ηθικολόγος
道義心 どうぎしん

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική συνείδηση
道徳主義 どうとくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ηθικολογία
道徳教育 どうとくきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική αγωγή
道糸 みちいと

ουσιαστικό

  1. 01 πετονιά ψαρέματος
道聴塗説 どうちょうとせつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιπόλαια αναπαραγωγή πληροφοριών από δεύτερο χέρι
道徳哲学 どうとくてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική φιλοσοφία
道外 どうがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός Χοκάιντο
道中記 どうちゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολόγιο ταξιδιού
道路網 どうろもう

ουσιαστικό

  1. 01 οδικό δίκτυο, σύστημα αυτοκινητοδρόμων
道念 どうねん

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική συναίσθηση, πρεσβυτέρα (σύζυγος βουδιστή μοναχού)
道を付ける みちをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω δρόμο
  2. 02 διδάσκω τα βασικά
道徳学 どうとくがく

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική φιλοσοφία
道路建設 どうろけんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 οδοποιία
道話 どうわ

ουσιαστικό

  1. 01 διδακτική ιστορία (με ηθικό δίδαγμα)
道蔵 どうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 Ντάο Τζανγκ, ταοϊστικός κανόνας
道主 どうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόεδρος του Αϊκικάι (παγκόσμιο αρχηγείο του Αϊκίντο)
道歌 どうか

ουσιαστικό

  1. 01 διδακτικό ποίημα
道俗 どうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 μοναχοί και λαϊκοί