164 αποτελέσματα για «選»

選択状態 せんたくじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση επιλογής
  2. 02 συνθήκες επιλογής
選ぶところがない えらぶところがない

άλλο

  1. 01 είμαι το ίδιο πράγμα με, είμαι αδιάκριτος από
選言 せんげん

ουσιαστικό

  1. 01 διάζευξη
選挙母体 せんきょぼたい

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογικό σώμα, εκλογική βάση
選択型 せんたくがた

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος επιλογής
選挙人名簿 せんきょにんめいぼ

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογικός κατάλογος, κατάλογος εγγεγραμμένων ψηφοφόρων
選択機能 せんたくきのう

ουσιαστικό

  1. 01 δυνατότητα προεπιλογής λειτουργίας
選挙集会 せんきょしゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 προεκλογική συγκέντρωση
選外佳作 せんがいかさく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητική διάκριση (έργο που δεν επιλέχθηκε αλλά θεωρήθηκε αξιόλογο), αξιόλογο έργο που έμεινε εκτός της τελικής επιλογής
選手権試合 せんしゅけんじあい

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας τίτλου, πρωτάθλημα
選択的夫婦別姓 せんたくてきふうふべっせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα προαιρετικών διαφορετικών επωνύμων για έγγαμα ζευγάρια (σεντακουτέκι φούφου μπεσσέι)
選手権保持者 せんしゅけんほじしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωταθλητής, κάτοχος τίτλου
選する せんする

ρήμα

  1. 01 επιλέγω, διαλέγω, εκλέγω
選挙監視 せんきょかんし

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογική παρατήρηση
選球 せんきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναμονή για μια καλή μπαλιά στο μπέιζμπολ
選仏場 せんぶつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα διαλογισμού σε ναό Ζεν
選科生 せんかせい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός φοιτητής, μη εγγεγραμμένος φοιτητής, μη τακτικός φοιτητής
選択解除 せんたくかいじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποεπιλογή
選択値群 せんたくちぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο τιμών επιλογής
選り屑 えりくず

ουσιαστικό

  1. 01 σκουπίδια, απορρίμματα