119 αποτελέσματα για «部»

部屋方 へやがた

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτρια που προσλαμβάνεται με έξοδα της κυρίας επί των τιμών
部分割 ぶぶんかつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεροβλαστική σχάση, μερική σχάση
部分溶融 ぶぶんようゆう

ουσιαστικό

  1. 01 μερική τήξη, μερική διάλυση
部分群 ぶぶんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 υποομάδα
部分音 ぶぶんおん

ουσιαστικό

  1. 01 μερικός τόνος
部番 ぶばん

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός ανταλλακτικού, κωδικός εξαρτήματος
部分行列 ぶぶんぎょうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 υποπίνακας
部分積分 ぶぶんせきぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκλήρωση κατά παράγοντες, ολοκλήρωση κατά μέρη
部分積分法 ぶぶんせきぶんほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος ολοκλήρωσης κατά παράγοντες
部分分数分解 ぶぶんぶんすうぶんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλυση σε απλά κλάσματα, ανάλυση σε επιμέρους κλάσματα
部分浴 ぶぶんよく

ουσιαστικό

  1. 01 μερικό λουτρό (π.χ. ποδόλουτρο, λουτρό ισχίων), πλύσιμο μόνο ενός μέρους του σώματος
部分肉 ぶぶんにく

ουσιαστικό

  1. 01 τεμαχισμένο κρέας, μέρη κρέατος
部落問題 ぶらくもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα κοινωνικής ενσωμάτωσης των μπούρακουμιν, ζήτημα των μπούρακουμιν, ζήτημα μπούρακου
部分月食 ぶぶんげっしょく

ουσιαστικό

  1. 01 μερική έκλειψη σελήνης
部屋探し へやさがし

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση δωματίου (προς ενοικίαση), αναζήτηση διαμερίσματος
部屋付け へやづけ

ουσιαστικό

  1. 01 χρέωση στο δωμάτιο (σε ξενοδοχείο)
部族社会 ぶぞくしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 φυλετική κοινωνία
部門長 ぶもんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 προϊστάμενος τμήματος, διευθυντής τομέα, επικεφαλής τμήματος
  1. 01 τμήμα
  2. 02 γραφείο, υπηρεσία
  3. 03 τμήμα, υπουργείο
  4. 04 τάξη, κατηγορία
  5. 05 αντίγραφο, αντίτυπο
  6. 06 μέρος, τμήμα
  7. 07 μερίδα, τμήμα
  8. 08 μονάδα μέτρησης για αντίτυπα εφημερίδων ή περιοδικών