107 αποτελέσματα για «酸»

酸化炎 さんかえん

ουσιαστικό

  1. 01 οξειδωτική φλόγα
酸化鉱物 さんかこうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 οξειδωμένο ορυκτό
酸分 さんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 περιεκτικότητα σε οξύ
酸化黒鉛 さんかこくえん

ουσιαστικό

  1. 01 οξείδιο του γραφίτη
酸血 さんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 οξυαιμία
酸欠状態 さんけつじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση υποξίας, κατάσταση έλλειψης οξυγόνου
  1. 01 οξύ
  2. 02 πικρία
  3. 03 ξινός
  4. 04 στυφός