199 αποτελέσματα για «間»

間の戸 あいのと

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα ανάμεσα στα δωμάτια
間色 かんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο χρώμα
間のいい まのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 τυχερός, ευνοημένος, κατάλληλος, βολικός
間質性 かんしつせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαμεσοκυττάριος
間接税 かんせつぜい

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεσος φόρος
間脳 かんのう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεσος εγκέφαλος, διεγκέφαλος
間怠っこい まだるっこい

επίθετο

  1. 01 εκνευριστικά αργός, κουραστικός, νωθρός, βαρετός, πλατύς
間欠熱 かんけつねつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαλείπων πυρετός
間接証拠 かんせつしょうこ

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση απόδειξη, περιστασιακό αποδεικτικό στοιχείο
間接話法 かんせつわほう

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγιος λόγος, έμμεση αφήγηση
間の宿 あいのしゅく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεσος σταθμός ανάπαυσης (κατά την περίοδο Έντο), οικισμός που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο σταθμούς ταχυδρομείου
間欠 かんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπτόμενη ροή, περιοδικότητα
  2. 02 διακοπτόμενος, περιοδικός
間日 まび

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεση ημέρα ανάπαυσης (μεταξύ εργάσιμων ημερών)
  2. 02 πεντηκοστή, εξηκοστή τρίτη, πεντηκοστή πέμπτη ή πεντηκοστή ένατη ημέρα του εξηκονταετούς κύκλου
  3. 03 ημέρα χωρίς πυρετό (κατά τη διάρκεια διαλείποντος πυρετού, π.χ. ελονοσίας)
間作 かんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενδιάμεση καλλιέργεια, συγκαλλιέργεια
間柱 まばしら

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεση κολόνα, ορθοστάτης
  2. 02 κοντό υποστύλωμα, δοκάρι
間引き運転 まびきうんてん

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμένο πρόγραμμα δρομολογίων
間氷期 かんぴょうき

ουσιαστικό

  1. 01 μεσοπαγετώδης περίοδος, μεσοπαγετώδης φάση, μεσοπαγετώδης εποχή
間違え電話 まちがえでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 λανθασμένος αριθμός τηλεφώνου
間怠い まだるい

επίθετο

  1. 01 εκνευριστικά αργός, κουραστικός, νωθρός, βαρετός, πλατύς
間接選挙 かんせつせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση εκλογή