120 αποτελέσματα για «隠»

隠し財源 かくしざいげん

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφά οικονομικά μέσα
隠花植物類 いんかしょくぶつるい

ουσιαστικό

  1. 01 κρυπτόγαμα φυτά
隠れ蟹 かくれがに

ουσιαστικό

  1. 01 πιννοθηρίδης, καβούρι της οικογένειας Pinnotheridae
隠頭花序 いんとうかじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ανθολόγιο
隠熊之実 かくれくまのみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι κλόουν (Amphiprion ocellaris)
隠れマルコフモデル かくれマルコフモデル

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφό μοντέλο Μάρκοφ
隠線隠面消去 いんせんいんめんしょうきょ

ουσιαστικό

  1. 01 απαλοιφή κρυφών γραμμών και επιφανειών
隠線処理 いんせんしょり

ουσιαστικό

  1. 01 αφαίρεση κρυφών γραμμών, εξάλειψη κρυφών γραμμών
隠線消去 いんせんしょうきょ

ουσιαστικό

  1. 01 αφαίρεση κρυφών ακμών
隠面処理 いんめんしょり

ουσιαστικό

  1. 01 απαλοιφή κρυφών επιφανειών
隠し女 かくしおんな

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή ερωμένη
隠し男 かくしおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφός εραστής
隠亀 かくれがめ

ουσιαστικό

  1. 01 χελώνα της κοιλάδας του ποταμού Μέρι (Elusor macrurus)
隠れメタボ かくれメタボ

ουσιαστικό

  1. 01 παχύσαρκος με φυσιολογικό βάρος, μεταβολικά παχύσαρκος παρά το φυσιολογικό βάρος
隠れ貧困 かくれひんこん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση κατά την οποία κάποιος αντιμετωπίζει οικονομική δυσχέρεια παρά το υψηλό του εισόδημα
隠し題 かくしだい

ουσιαστικό

  1. 01 είδος κλασικής ιαπωνικής ποίησης όπου το όνομα του θέματος κρύβεται σε διαδοχικά μόρια (κακούσι-ντάι)
隠密性 おんみつせい

ουσιαστικό

  1. 01 αορατότητα, ικανότητα απόκρυψης, απόκρυψη
隠密裏 おんみつり

επίθετο

  1. 01 στα κρυφά, κεκλεισμένων των θυρών
隠匿罪 いんとくざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα απόκρυψης
  1. 01 κρύβω
  2. 02 κρύβω
  3. 03 καλύπτω