183 αποτελέσματα για «集»

集産主義 しゅうさんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογισμός
集塵 しゅうじん

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή σκόνης
集団ストーカー しゅうだんストーカー

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογικός διώκτης, ομαδικός διώκτης
  2. 02 συλλογική δίωξη, ομαδική δίωξη
集会参加 しゅうかいさんか

ουσιαστικό

  1. 01 παρακολούθηση συγκέντρωσης, συμμετοχή σε συνέλευση
集配人 しゅうはいじん

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρόμος
集合フェロモン しゅうごうフェロモン

ουσιαστικό

  1. 01 φερομόνη συγκέντρωσης
集塊 しゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 συσσωμάτωμα (π.χ. κυττάρων, μορίων κ.λπ.), συσσωμάτωση, μάζα, σύμπλεγμα
集諦 じったい

ουσιαστικό

  1. 01 αλήθεια της προέλευσης του πόνου
集団思考 しゅうだんしこう

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική σκέψη
集団遺伝学 しゅうだんいでんがく

ουσιαστικό

  1. 01 πληθυσμιακή γενετική
集約農業 しゅうやくのうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εντατική γεωργία
集簇 しゅうぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσωρευμός, συγκέντρωση
集成体型 しゅうせいたいけい

ουσιαστικό

  1. 01 συσσωρευμένος, συγκεντρωτικός
集団強姦 しゅうだんごうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικός βιασμός
集積化 しゅうせきか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση, για παράδειγμα ηλεκτρονικών εξαρτημάτων σε ολοκληρωμένα κυκλώματα
集議院 しゅうぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμο νομοθετικό σώμα της περιόδου Μεϊτζί (1869-1873)
集合型 しゅうごうがた

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος συνόλου
集団犯罪 しゅうだんはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογική ενοχή
集中処理 しゅうちゅうしょり

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική επεξεργασία (δεδομένων)
集中排除 しゅうちゅうはいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 αποκέντρωση, διασπορά