116 αποτελέσματα για «雑»

雑巾摺り ぞうきんずり

ουσιαστικό

  1. 01 σοβατεπί (σε ιαπωνικού τύπου δωμάτιο), βάση τοίχου
雑楽 ざつがく

ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλής μουσική
雑益 ざつえき

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορα έσοδα, έκτακτα κέρδη
雑交 ざっこう

ουσιαστικό

  1. 01 υβριδισμός
  2. 02 διασταύρωση
雑肉 ざつにく

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρά κομμάτια κρέατος και αποκόμματα λίπους (που χρησιμοποιούνται για κιμά κ.λπ.)
  2. 02 κρέας εκτός από μοσχάρι, χοιρινό ή πουλερικά (π.χ. αλογίσιο κρέας)
  3. 03 εντόσθια, εδώδιμα μέρη σφαγίων
雑肥 ぞうひ

ουσιαστικό

  1. 01 μεικτό λίπασμα, παρασκευασμένο για παράδειγμα από κομπόστ και καμένο χώμα
雑穢 ぞうえ

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορες ακαθαρσίες (ασθένεια, έμμηνος ρύση, θάνατος, κ.λπ.)
雑家 ざっか

ουσιαστικό

  1. 01 συγκρητισμός (στην αρχαία κινεζική φιλοσοφία), συγκρητιστής
雑魚キャラ ざこキャラ

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύων χαρακτήρας (σε μάνγκα, άνιμε κ.λπ.), ασήμαντος (συνήθως χωρίς όνομα) χαρακτήρας
  2. 02 χαρακτήρας όχλου (μη παίκτης), εύκολα νικημένος εχθρικός χαρακτήρας, δευτερεύων εχθρικός χαρακτήρας
雑踏事故 ざっとうじこ

ουσιαστικό

  1. 01 συμβάν σε πλήθος (π.χ. συνωστισμός, ποδοπάτημα)
雑談枠 ざつだんわく

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή μετάδοση συνομιλίας, μετάδοση χαλαρής κουβέντας
雑種不稔性 ざっしゅふねんせい

ουσιαστικό

  1. 01 στειρότητα υβριδίων, ασυμβατότητα υβριδίων
雑業 ざつぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 διάφορες εργασίες, ποικίλα επαγγέλματα
雑技団 ざつぎだん

ουσιαστικό

  1. 01 θίασος ακροβατών, περιοδεύων θίασος τσίρκο
雑誌広告協会 ざっしこうこくきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Σύνδεσμος Διαφήμισης Περιοδικών Ζάσι Κόκοκου Κιοκάι
  1. 01 διάφορος