159 αποτελέσματα για «面»

面晤 めんご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατ' ιδίαν συζήτηση, προσωπική συνάντηση
面付け めんつけ

ουσιαστικό

  1. 01 σελιδοποίηση
面接者 めんせつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεντευκτής
  2. 02 συνεντευξιαζόμενος
面壁九年 めんぺきくねん

ουσιαστικό

  1. 01 εννέα χρόνια διαλογισμού κοιτάζοντας έναν τοίχο (από τον Μποντιντάρμα στον ναό Σαολίν)
面相筆 めんそうふで

ουσιαστικό

  1. 01 πινέλα λεπτομέρειας με λεπτή μύτη (μενσόφουντε)
面圧 めんあつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή πίεση
面会権 めんかいけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα επικοινωνίας
面一 つらいち

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πρόσωπο με πρόσωπο, ευθυγράμμιση, τσουράιτσι (ιδιαίτερα για τους τροχούς και τα φτερά ενός αυτοκινήτου)
面当てがましい つらあてがましい

επίθετο

  1. 01 κακεντρεχής, δηκτικός
面ファスナー めんファスナー

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκόλλητη ταινία τύπου σκρατς, βέλκρο
面積分 めんせきぶん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακό ολοκλήρωμα
面目一新 めんもくいっしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ριζική αλλαγή της εμφάνισης, πλήρης μεταμόρφωση κάποιου πράγματος ώστε να μην αναγνωρίζεται, άνοδος της φήμης κάποιου
面接交渉権 めんせつこうしょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα επικοινωνίας, δικαίωμα πρόσβασης του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια
面接時間 めんせつじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρες συνεντεύξεων
面対称 めんたいしょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 επίπεδη συμμετρία, συμμετρία ως προς ένα επίπεδο
面画 めんが

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακό σχέδιο
面繋 おもがい

ουσιαστικό

  1. 01 χαλινάρι, κεφαλάρι
面疔 めんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεντσό (κακόηθες δοθιήν προσώπου)
面向不背 めんこうふはい

ουσιαστικό

  1. 01 αψεγάδιαστος, άψογος, τέλειος
面格子 めんごうし

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηριά παραθύρου, κάγκελο παραθύρου