197 αποτελέσματα για «頭»
頭出し あたまだし
ουσιαστικό
- 01 συνοπτική επισκόπηση, ενημέρωση, σύντομη συζήτηση
- 02 προετοιμασία ή εντοπισμός έναρξης (π.χ. σε μαγνητοταινία ή ηχογράφηση), σήμα έναρξης, τροφοδοσία (π.χ. χαρτιού κάτω από την κεφαλή εκτύπωσης), εισαγωγή εγγράφου
頭の鈍い あたまのにぶい
άλλο, επίθετο
- 01 αμβλύνοος, αφηρημένος, μυαλό που δεν παίρνει στροφές, χαζός, βραδύνοος, ξεροκέφαλος
頭脳集団 ずのうしゅうだん
ουσιαστικό
- 01 δεξαμενή σκέψης, ομάδα εμπειρογνωμόνων
頭数 あたまかず
ουσιαστικό
- 01 αριθμός ατόμων, αριθμητική δύναμη, καταμέτρηση κεφαλών
頭足類 とうそくるい
ουσιαστικό
- 01 κεφαλόποδο
頭が低い あたまがひくい
άλλο, επίθετο
- 01 ταπεινός, μετριόφρων, σεμνός
頭の柔らかい あたまのやわらかい
άλλο, επίθετο
- 01 ευέλικτος, ανοιχτόμυαλος
頭株 あたまかぶ
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός, ηγέτης, επικεφαλής, ανώτατο στέλεχος
頭の回転が遅い あたまのかいてんがおそい
άλλο, επίθετο
- 01 αργόστροφος, δύστροπος, αργός στην αντίληψη
頭立つ かしらだつ
ρήμα
- 01 γίνομαι κεφαλή (ομάδας, οργανισμού, κ.λπ.), αναρριχώμαι στην κορυφή
頭脳労働者 ずのうろうどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 πνευματικός εργαζόμενος, εργαζόμενος με το μυαλό, υπάλληλος γραφείου
頭の皿 あたまのさら
άλλο, ουσιαστικό
- 01 επίπεδο τμήμα της κορυφής του κρανίου
- 02 ρηχή κοιλότητα σαν πιατάκι στην κορυφή του κεφαλιού ενός κάπα
頭がさえる あたまがさえる
άλλο, ρήμα
- 01 έχω καθαρό μυαλό
頭胸部 とうきょうぶ
ουσιαστικό
- 01 κεφαλοθώρακας
頭韻 とういん
ουσιαστικό
- 01 παρήχηση
頭頂葉 とうちょうよう
ουσιαστικό
- 01 βρεγματικός λοβός
頭絡 とうらく
ουσιαστικό
- 01 χαλινάρι, καπίστρι
頭が古い あたまがふるい
άλλο, επίθετο
- 01 παλιομοδίτικος (σε θέματα αντίληψης ή τρόπου σκέψης)
頭書 とうしょ
ουσιαστικό
- 01 εισαγωγική σημείωση, επικεφαλίδα, επιγραφή, προοίμιο
- 02 προαναφερθείς, ανωτέρω αναφερόμενος
頭の雪 かしらのゆき
ουσιαστικό, άλλο
- 01 λευκά μαλλιά, χιόνι στο κεφάλι