178 αποτελέσματα για «飛»
飛越 ひえつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερπήδηση (εμποδίου), πήδημα πάνω από (φράχτη), υπερπήδηση εμποδίων
飛雲 ひうん
ουσιαστικό
- 01 σύννεφο που διασχίζει τον ουρανό
飛燕草 ひえんそう
ουσιαστικό
- 01 χίενσο (Consolida ajacis)
飛雪 ひせつ
ουσιαστικό
- 01 χιονοθύελλα, χιονοστιβάδα
飛び石伝い とびいしづたい
ουσιαστικό
- 01 διάβαση μέσω πατητηριών, βάδισμα ακολουθώντας τα πατητήρια
飛竜 ペーロン
ουσιαστικό
- 01 δρακόπλοιο (μακρύ κανό 22 ατόμων που χρησιμοποιείται σε αγώνες)
- 02 αγώνας δρακόπλοιων
飛ばし携帯 とばしけいたい
ουσιαστικό
- 01 κινητό τηλέφωνο μιας χρήσης, τηλέφωνο μιας χρήσης που χρησιμοποιείται συνήθως για τη διεξαγωγή παράνομων δραστηριοτήτων
飛蜥蜴 とびとかげ
ουσιαστικό
- 01 ιπτάμενος δράκος (οποιαδήποτε σαύρα του γένους Draco που αιωρείται)
飛び込み競技 とびこみきょうぎ
ουσιαστικό
- 01 αγώνισμα καταδύσεων
飛び翔る とびかける
ρήμα
- 01 πετάω, αιωρούμαι
飛蚊症 ひぶんしょう
ουσιαστικό
- 01 μυοψία, η εμφάνιση κηλίδων που αιωρούνται στο οπτικό πεδίο
飛行機酔い ひこうきよい
ουσιαστικό
- 01 αεροναυτία
飛行協会 ひこうきょうかい
ουσιαστικό
- 01 αεροπορική ένωση
飛蝗 ひこう
ουσιαστικό
- 01 σμήνος ακρίδων, ακρίδες που σμηνουργούν, σμηνουργία ακρίδων
飛散防止 ひさんぼうし
ουσιαστικό
- 01 αντιδιασπορικός, ανθεκτικός στη θραύση, άθραυστος
飛語 ひご
ουσιαστικό
- 01 αβάσιμη φήμη, κουτσομπολιό, ψευδής αναφορά
飛び出しナイフ とびだしナイフ
ουσιαστικό
- 01 σουγιάς με αυτόματο άνοιγμα, πτυσσόμενος σουγιάς
飛鳥浄御原令 あすかきよみはらりょう
ουσιαστικό
- 01 Κώδικας Ασούκα Κιγιομιχάρα (689 μ.Χ.)
飛行禁止空域 ひこうきんしくういき
ουσιαστικό
- 01 απαγορευμένη ζώνη πτήσεων
飛び越し とびこし
ουσιαστικό
- 01 πήδημα, άλμα
- 02 μεταφορά, μεταβίβαση