134 αποτελέσματα για «首»

首相指名 しゅしょうしめい

ουσιαστικό

  1. 01 υποψηφιότητα για τη θέση του πρωθυπουργού
しゅ

άλλο

  1. 01 μετρητική λέξη για τραγούδια και ποιήματα
首記 しゅき

ουσιαστικό

  1. 01 προαναφερθέν στοιχείο, περιγραφή στην αρχή (αυτού του) κειμένου ή εγγράφου
首輪ペッカリー くびわペッカリー

ουσιαστικό

  1. 01 κολλαριστό πεκάρι (Tayassu tajacu)
おびと

ουσιαστικό

  1. 01 ομπίτο (κληρονομικός τίτλος, που δινόταν συχνά σε ισχυρές τοπικές οικογένειες)
首懸 こうがけ

ουσιαστικό

  1. 01 δερμάτινο λουρί που τοποθετείται γύρω από τον λαιμό ενός αλόγου
首相臨時代行 しゅしょうりんじだいこう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκών καθήκοντα πρωθυπουργού
首付き くびつき

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση του λαιμού
首輪大蝙蝠 くびわおおこうもり

ουσιαστικό

  1. 01 ιπτάμενη αλεπού των Ρίου Κίου (Pteropus dasymallus), νυχτερίδα-φρούτο των Ρίου Κίου
首鼠両端を持す しゅそりょうたんをじす

άλλο, ρήμα

  1. 01 διστάζω να πάρω απόφαση, παραμένω αναποφάσιστος, κάθομαι σε δύο βάρκες
かしら

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλι (κούκλας)
首脳陣 しゅのうじん

ουσιαστικό

  1. 01 ηγέτες, ηγετική ομάδα
首班指名 しゅはんしめい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοβουλευτική πρόταση για τον διορισμό πρωθυπουργού
首が繋がる くびがつながる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γλιτώνω την απόλυση, αποφεύγω το διώξιμο
首星 しゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 το φωτεινότερο αστέρι ενός αστερισμού, άλφα
首都高 しゅとこう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκινητόδρομος Σουτό (δίκτυο αυτοκινητοδρόμων με διόδια στην περιοχή Κάντο)
首チョンパ くびちょんぱ

ουσιαστικό

  1. 01 αποκεφαλισμένο σώμα
  2. 02 αποκομμένο στέλεχος (λουλουδιού)
首振り くびふり

ουσιαστικό

  1. 01 ταλαντευόμενος (π.χ. ανεμιστήρας, κινητήρας), που γνέφει (π.χ. κούκλα)
首縄 くびなわ

ουσιαστικό

  1. 01 λουρί, σκοινί για το δέσιμο ζώου
首綱 くびづな

ουσιαστικό

  1. 01 λουρί, σκοινί πρόσδεσης