1588 αποτελέσματα για «一»

一括置換 いっかつちかん

ουσιαστικό

  1. 01 καθολική αντικατάσταση
一般配布 いっぱんはいふ

ουσιαστικό

  1. 01 γενική διανομή (π.χ. λογισμικού)
一等陸士 いっとうりくし

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοστράτιωτης (Ιαπωνικός Στρατός Ξηράς)
一諾千金 いちだくせんきん

άλλο

  1. 01 η υπόσχεση αξίζει όσο χίλια κομμάτια χρυσού, μια υπόσχεση πρέπει να τηρείται με κάθε κόστος
一代一度 いちだいいちど

ουσιαστικό

  1. 01 μία φορά κατά τη διάρκεια της βασιλείας ενός αυτοκράτορα, γεγονός που συμβαίνει μόνο μία φορά στη βασιλεία ενός μονάρχη
一次電池 いちじでんち

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτογενές στοιχείο, πρωτογενής μπαταρία
一人当て ひとりあて

άλλο

  1. 01 ανά άτομο
一人会社 いちにんかいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μονοπρόσωπη εταιρεία
一次回 いちじかい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη φορά, αρχικός
一棟貸し いっとうがし

ουσιαστικό

  1. 01 ενοικίαση ολόκληρου σπιτιού, ενοικίαση εξοχικής κατοικίας
一般相対論 いっぱんそうたいろん

ουσιαστικό

  1. 01 γενική θεωρία της σχετικότητας
一代年寄 いちだいとしより

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητικός τίτλος προπονητή που απονέμεται σε αποσυρθέντα γιοκοζούνα (μεγάλο πρωταθλητή)
一般協定 いっぱんきょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 γενική συμφωνία
一方交通 いっぽうこうつう

ουσιαστικό

  1. 01 μονόδρομος
一般角 いっぱんかく

ουσιαστικό

  1. 01 γενική γωνία
一擲千金 いってきせんきん

άλλο

  1. 01 σπάταλος με τα χρήματά του, ξοδεύω τεράστιο χρηματικό ποσό μεμιάς για μια απόλαυση
一方向性関数 いちほうこうせいかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 μονόδρομη συνάρτηση
一機軸 いちきじく

ουσιαστικό

  1. 01 νέα μέθοδος
一日も早く いちにちもはやく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 το συντομότερο δυνατό, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση
一目均衡表 いちもくきんこうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιτσιμόκου, μέθοδος ανάλυσης διαγραμμάτων για την πρόβλεψη της κίνησης των τιμών