1588 αποτελέσματα για «一»
一括売買 いっかつばいばい
ουσιαστικό
- 01 μαζική πώληση, αγοραπωλησία σε μεγάλες ποσότητες
一時解雇 いちじかいこ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσωρινή απόλυση
一貫作業 いっかんさぎょう
ουσιαστικό
- 01 συνεχής λειτουργία
一覧払い手形 いちらんばらいてがた
ουσιαστικό
- 01 γραμμάτιο όψεως, συναλλαγματική όψεως, επιταγή πληρωτέα εν όψει
一群の羊 いちぐんのひつじ
ουσιαστικό
- 01 κοπάδι προβάτων
一家掛かりで いっかがかりで
άλλο
- 01 με τη βοήθεια όλης της οικογένειας
一世の雄 いっせいのゆう
ουσιαστικό
- 01 κορυφαίος ήρωας (ιδιοφυΐα) της εποχής
一遺伝子雑種 いちいでんしざっしゅ
ουσιαστικό
- 01 μονοϋβρίδιο
一塩基酸 いちえんきさん
ουσιαστικό
- 01 μονοβασικό οξύ
一価アルコール いっかアルコール
ουσιαστικό
- 01 μονοσθενής αλκοόλη
一過性肺浸潤 いっかせいはいしんじゅん
ουσιαστικό
- 01 παροδική πνευμονική διήθηση
一酸塩基 いっさんえんき
ουσιαστικό
- 01 μονοόξινη βάση
一酸化二窒素 いっさんかにちっそ
ουσιαστικό
- 01 υποξείδιο του αζώτου, διοξείδιο του διαζώτου
一時帰休制 いちじききゅうせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα προσωρινής αναστολής εργασίας
一次コイル いちじコイル
ουσιαστικό
- 01 πρωτεύον πηνίο, πρωτεύουσα περιέλιξη (σε μετασχηματιστή)
一次消費者 いちじしょうひしゃ
ουσιαστικό
- 01 πρωτογενής καταναλωτής
一次遷移 いちじせんい
ουσιαστικό
- 01 πρωτογενής διαδοχή
一般官庁 いっぱんかんちょう
ουσιαστικό
- 01 γενική κυβερνητική υπηρεσία
一般消費税 いっぱんしょうひぜい
ουσιαστικό
- 01 γενικός φόρος κατανάλωσης
一部保険 いちぶほけん
ουσιαστικό
- 01 υποασφάλιση