1588 αποτελέσματα για «一»
一言隻句 いちごんせきく
ουσιαστικό
- 01 κάθε λέξη και φράση, κάθε μία λέξη χωρίς εξαίρεση
一読呆然 いちどくぼうぜん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 το διάβασμα (μιας φοράς) που αφήνει κάποιον εμβρόντητο
一夜大尽 いちやだいじん
ουσιαστικό
- 01 ξαφνικός πλουτισμός, εφήμερος κροίσος
一挙両全 いっきょりょうぜん
ουσιαστικό
- 01 με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, επιτυγχάνω δύο σκοπούς με μία κίνηση
一坪運動 ひとつぼうんどう
ουσιαστικό
- 01 εκστρατεία αποτροπής ενός δημόσιου έργου μέσω της απόκτησης μιας ελάχιστης έκτασης γης
一服休憩 いっぷくきゅうけい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάλειμμα για τσάι (καφέ, τσιγάρο)
一幕見席 ひとまくみせき
ουσιαστικό
- 01 ειδικά καθίσματα και χώρος ορθίων στο θεωρείο (galleries) για θεατές που σκοπεύουν να παρακολουθήσουν μόνο μία πράξη μιας παράστασης καμπούκι
一対一の写像 いちたいいちのしゃぞう
ουσιαστικό
- 01 αμφιμονοσήμαντη απεικόνιση, αντιστοιχία ένα προς ένα
一兎 いっと
ουσιαστικό
- 01 ένας λαγός
一次宇宙線 いちじうちゅうせん
ουσιαστικό
- 01 πρωτογενείς κοσμικές ακτίνες
一山越す ひとやまこす
άλλο, ρήμα
- 01 ξεπερνώ το πιο δύσκολο μέρος, ολοκληρώνω με επιτυχία το μεγαλύτερο μέρος μιας εργασίας
一つ目滑車 ひとつめかっしゃ
ουσιαστικό
- 01 μονός τροχαλιοφόρος, απλή τροχαλία
一暴十寒 いちばくじっかん
άλλο
- 01 οι σποραδικές προσπάθειες δεν αποδίδουν καρπούς αν διακόπτονται από μεγάλες περιόδους αδράνειας
- 02 οι επίπονες προσπάθειες, αν δεν έχουν διάρκεια, αποβαίνουν άκαρπες
一期末代 いちごまつだい
ουσιαστικό
- 01 αυτός ο κόσμος (ζωή) και ο επόμενος, αιωνιότητα
一水和物 いっすいわぶつ
ουσιαστικό
- 01 μονοένυδρο
一目十行 いちもくじゅうぎょう
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετική ικανότητα ανάγνωσης, η ικανότητα να διαβάζει κανείς δέκα γραμμές με μια ματιά
一般医 いっぱんい
ουσιαστικό
- 01 γενικός ιατρός
一手販売契約 いってはんばいけいやく
ουσιαστικό
- 01 συμφωνία αποκλειστικής διανομής, σύμβαση αποκλειστικών πωλήσεων
一手販売権 いってはんばいけん
ουσιαστικό
- 01 αποκλειστικό δικαίωμα διανομής, αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης
一手販売代理権 いってはんばいだいりけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα αποκλειστικής αντιπροσωπείας