130 αποτελέσματα για «七»

七夕馬 たなばたうま

ουσιαστικό

  1. 01 άλογο από άχυρο της εορτής Ταναμπάτα
七段 しちだん

ουσιαστικό

  1. 01 έβδομο νταν (στις πολεμικές τέχνες, στο γκο, στο σόγκι, κ.λπ.)
七人 しちにん

ουσιαστικό

  1. 01 επτά άτομα
七芒星 しちぼうせい

ουσιαστικό

  1. 01 επτάκτινο αστέρι
七支刀 しちしとう

ουσιαστικό

  1. 01 σιτσιτσιτό, επτάκλαδο σπαθί, αρχαίο τελετουργικό σιδερένιο σπαθί με έξι προεξοχές σαν κλαδιά που φυλάσσεται στον ναό Ισονόκαμι
七条養護学校 しちじょうようごがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό σχολείο Σιτσιτζό (παλαιότερος τύπος ονομασίας)
七生養護学校 ななおようごがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό σχολείο Νανάο (παλαιότερος τύπος ονομασίας)
七尾短期大学 ななおたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Βραχυπρόθεσμο πανεπιστήμιο Νανάο
七尾養護学校 ななおようごがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό σχολείο Νανάο (παλαιότερο στυλ ονομασίας)
  1. 01 επτά