526 αποτελέσματα για «下»

下げ渡す さげわたす

ρήμα

  1. 01 χορηγώ (κρατική ενίσχυση)
  2. 02 αποδεσμεύω (κρατούμενο)
下限 かげん

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτατο όριο
  2. 02 infimum (το μέγιστο κάτω φράγμα)
下り階段 くだりかいだん

ουσιαστικό

  1. 01 κατερχόμενη σκάλα
下記 かき

ουσιαστικό

  1. 01 το παρακάτω
下巻 げかん

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερος τόμος (σε σειρά δύο τόμων), τρίτος τόμος (σε σειρά τριών τόμων), τελευταίος τόμος
下位互換 かいごかん

ουσιαστικό

  1. 01 προς τα πάνω συμβατός, συμβατός με μελλοντικές εκδόσεις (συμβατός με δεδομένα ή στοιχεία που προορίζονται για ανώτερες ή μεταγενέστερες βαθμίδες, εκδόσεις κ.λπ.)
  2. 02 προς τα κάτω συμβατός, συμβατός με προγενέστερες εκδόσεις (συμβατός με δεδομένα ή στοιχεία που προορίζονται για κατώτερες ή παλαιότερες βαθμίδες, εκδόσεις κ.λπ.)
  3. 03 παροχή της ίδιας λειτουργίας με μειωμένη αποτελεσματικότητα (ειδικά σε παιχνίδια)
下の部屋 したのへや

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο στο κάτω πάτωμα
下の部屋 しものへや

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο που χρησιμοποιούνταν από πολιτικούς αξιωματούχους (περίοδος Έντο)
下さい ください N5

άλλο

  1. 01 παρακαλώ (δώσε μου)
  2. 02 παρακαλώ (κάνε το για μένα)
下乳 したちち

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω μέρος του στήθους, υποστήθιο
下手っぴ へたっぴ

επίθετο

  1. 01 ανίδεος, αδέξιος, κακός, άτσαλος, ανεπαρκής
下層階級 かそうかいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 προλεταριάτο, κατώτερες κοινωνικές τάξεις
下帯 したおび

ουσιαστικό

  1. 01 περίζωμα, ύφασμα μέσης
下士 かし

ουσιαστικό

  1. 01 υπαξιωματικός
下役 したやく

ουσιαστικό

  1. 01 υφιστάμενος, κατώτερος αξιωματούχος
下宿人 げしゅくにん

ουσιαστικό

  1. 01 ένοικος, νοικάρης
下っ腹 したっぱら

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω κοιλιακή χώρα, στομάχι, κατώτερα μέρη
下端 かたん

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερο άκρο, κάτω πλευρά
下人 げにん

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερο άτομο, υπηρέτης
下火 したび N1

ουσιαστικό

  1. 01 σβήνω (για φωτιά), μειώνομαι, φθίνω