179 αποτελέσματα για «仕»
仕訳帳 しわけちょう
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο ημερολογίου εγγραφών
仕事日 しごとび
ουσιαστικό
- 01 εργάσιμη ημέρα
仕立て下ろし したておろし
ουσιαστικό
- 01 ολοκαίνουργιος (για ρούχα)
仕事一途 しごといちず
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αφοσιωμένος αποκλειστικά στη δουλειά
仕立券 したてけん
ουσιαστικό
- 01 κουπόνι ραφής (που παρέχεται με την αγορά υφάσματος)
仕替える しかえる
ρήμα
- 01 ξανακάνω, ξεκινώ από την αρχή
仕事率 しごとりつ
ουσιαστικό
- 01 ισχύς
仕訳書 しわけしょ
ουσιαστικό
- 01 προδιαγραφές
仕様作成 しようさくせい
ουσιαστικό
- 01 συντάκτης προτύπων, δημιουργός προδιαγραφών
仕入れ費用 しいれひよう
ουσιαστικό
- 01 έξοδα προμήθειας
仕口 しくち
ουσιαστικό
- 01 τρόπος, μέθοδος
仕入れ物 しいれもの
ουσιαστικό
- 01 απόθεμα εμπορευμάτων που έχουν παραληφθεί
仕掛け物 しかけもの
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση του αποτελέσματος σε μια παράσταση (π.χ. σκηνικά αντικείμενα, κοστούμια, κ.λπ.)
仕舞物 しまいもの
ουσιαστικό
- 01 αδιάθετα εμπορεύματα
仕事第一主義 しごとだいいちしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 εργασιομανία
仕事を上げる しごとをあげる
άλλο, ρήμα
- 01 τελειώνω τη δουλειά
仕済ます しすます
ρήμα
- 01 πετυχαίνω όπως έχει προγραμματιστεί, φέρνω εις πέρας, ολοκληρώνω
仕入単価 しいれたんか
ουσιαστικό
- 01 τιμή αγοράς, τιμή μονάδας αγοράς
仕舞うた しもうた
άλλο
- 01 γαμώτο!, αμάν!, ωχ!, αλίμονο!, ωχ όχι!
仕舞た しもた
άλλο
- 01 ας το, γαμώτο, ώπα, αλίμονο, ωχ όχι